Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Κοινωνικός Βίος στο Παλιό Αγερσανί (Τελευτή)

 


Κεφάλαιο Κοινωνικός Βίος(Τελευτή)

"Ο θάνατος είναι φοβερός. Η ζωή είναι γλυκιά για αυτό και φοβούμαστε την ώρα που θα πεθάνουμε. ΄Αμα όμως έρθει η ώρα μας, άμα τελέψει το λάδι του λυχναριού μας, ότι και να κάνουμε δεν θα μπορέσουμε να τα βάλουμε με τον χάρο και να κρατηθούμε στη ζωή. 

Πολλοί καταλαβαίνουνε πότε φτάνει το τέλος ντων και από διάφορα όνειρα που βλέπουνε. Έτσι άμα  είναι βαριά αρρωστημένοι και δούνε στον νύπνο ντων καράβι στη στεριά θα πεθάνουνε. Όταν  ένας είναι αρρωστημένος βαριά και για λίγες μέρες πάρει την καλή βόλτα και με μερέψει λένε ότι είναι η ομορφιά του χάρου και ο άνθρωπος πεθαίνει μετά από λίγες μέρες. Όταν  κοντεύγει το τέλος του φωνάζει ο ετοιμοθάνατος τους δικούς του και τους δίνει παραγγελιές , συμβουλές, την ευκή του και τους αποχαιρετά. Αν  έχει πικράνει και κανένα χωριανό του τον φωνάζει και του ζητά να τον συγχωρέσει. Όταν  δούνε πως ο  αρρωστημένος είναι ξεγραμμένος και θα πεθάνει φωνάζουνε παπά και κάνει ευκέλαιο τον ξαορεύγει(εξομολογεί) και τον κοινωνά. Όταν  δεν προλάβουν να κοινωνήσουν τον ετοιμοθάνατο το έχουν πολύ κακό και λένε ότι πήγε αμετανόητος και ασυγχώρετος στον άλλο κόσμο. Όταν  ο άρρωστος χαροπαλεύγει και μπορεί να μιλήσει λέει ότι βλέπει το χάρο σαν ένα μεγάλο μαύρο γίγαντα με μία κοφτερή μεγάλη μαχαίρα έτοιμο να του πάρει την ψυχή ντου. Όταν  ο αρρωστημένος ψυχομαχεί πολλές μέρες, λένε ότι έχει κατάρα πάνω ντου ή ότι έχει κάνει άδικο σε κανένα ή περιμένει κάποιον δικό ντου να έρθει. Για αυτό πολλές φορές φωνάζουνε οι δικοί ντου ένα παπά να τονε διαβάσει να μη βασανίζεται άλλο ο δυστυχισμένος.

Μόλις ξεψυχήσει οι δικοί ντου αρχίζουν τις φωνές και πέφτουνε πάνω ντου κλαίοντας και μοιρολοώντας . Οι άλλοι λένε " ζωή σε λόγου σας" στους συγγενείς του νεκρού. Όταν  πεθάνει καένας χτυπάνε την καμπάνα του χωριού λυπητερά και μαθαίνουνε οι χωρικοί ότι κάποιος επέθανε. Μόλις ο αρρωστημένος ξεψυχήσει του κλείνουνε τα μάτια και του φράζουνε τα αυτιά και το στόμα με μπαμπάκι. Πάνω στο στόμα του βάζουνε και πεντάλφα, ένα κερένιο σταυρό για να μην βρικολακιάσει. Ισιώνουν τα ποδάρια και του σταυρώνουνε  τα χέρια. Τον λούζουνε με κρασί και  τον σαβανώνουνε. Το σάβανο είναι άσπρο κάποτο τρεις πήχες και τον σαβανώνει μία γυναίκα πού σαβανώνει πάντοτε τους νεκρούς. Όταν ετοιμάσουνε τον νεκρό τον ακουμπούνε πάνω στο τραπέζι που είναι στολισμένο με γύρους. Τον βάζουνε το νεκρό νάναι στραμμένος δυτικά. Γύρω από το τραπέζι με τον νεκρό κάθουνται όλοι οι συγγενείς και τον μοιρολοούνε τον φυλάουνε όλη τη νύχτα γιατί δεν κάνει να μείνει μοναχός. Όταν  νυχτώσει το σκεπάζουνε με ένα σεντόνι.Τα κάντρα και τους κατρέφτες που στολίζουνε το δωμάτιο τους ντύνουνε  με μαύρο πανί. Από την ώρα που θα ξεψυχήσει ο άνθρωπος μέχρι που να τον θάψουνε οι συγγενείς του και προπάντων οι γυναίκες χτυπιούνται τραβούνε τα μαλλιά τους σπαράζουνε και μοιρολογούνε. 

Στους χωριανούς στο ξενύχτι του νεκρού δίνουνε πικρούς καφέδες να πιούνε. Μέχρι που να ταφεί ο νεκρός πιστεύουνε ότι η ψυχή του φτερουγίζει στα γνωστά ντου μέρη και στους γνωστούς του ανθρώπους. Την άλλη μέρα το πρωί φέρνουνε την κάσια ( φέρετρο). Η κάσια είναι από ξύλο και είναι μακριά όσο το μπόι του νεκρού και στις δύο άκρες στην απάνω που είναι το κεφάλι και στην κάτω που είναι τα ποδάρια είναι στενή. Όταν  ο νεκρός ήτανε φτωχός και δεν είχε αφήσει λεφτά η εκκλησία έδινε λεφτά και κάνανε την κάσια. Όταν  φέρουνε την κάσια βάζουνε μέσα το νεκρό. Την ώρα που τον βγάζουνε έξω σπούνε κάτι πήλινο ένα λαΐνι για ένα σκουτέλι  και το πιάτο που είχενε  το κρασί που τον πλένανε . Την κηδεία ακλουθούνε όλοι οι συγγενείς. Μόνο εκείνοι που είναι αρρωστημένοι και κρεβατωμένοι δεν πηγαίνουν στην κηδεία. Από όπου περνά η κηδεία κλείνουνε τις πόρτες και τα παραθύρια. Όταν  ο νεκρός πού είναι ξέσκεπος και έχει γύρω-γύρω του λουλούδια είναι ήμερος λένε ότι θα πάρει και άλλον μαζί του. Όταν  βρέχει την ώρα της κηδείας λένε ότι δεν θα βιδιάξει(σταματήσει). Οποιος  πεθάνει Σάββατο λένε ότι ήτανε καλός άνθρωπος και θα πάει πολύς κόσμος στην κηδεία του γιατί την άλλη μέρα είναι Κυριακή και δεν δουλεύγουνε. 

Στην εκκλησιά κάνουνε κεροδοσία μοιράζουν κεριά. Οι συγγενείς δεν παίρνουνε κεριά .Οταν τελειώσει η κηδεία τον θάβουνε στο λάκκο που έχουν ανοίξει οι δικοί ντου μέσα στο νεκροταφείο. Πάνω από τον τάφο βάζουν ένα ξύλινο σταυρό και ένα λυχνάρι. Στην κηδεία μοιράζουνε στους χωριανούς ψωμί και ελιές όταν είναι νηστεία και τυρί όταν είναι πασχαλιά(ημέρα που δεν νηστεύουνε.) Μετά από τρεις μέρες κάνουνε τα Πικροκόλλυβα(τρίμερα) και μοιράζουνε στους χωριανούς για να συγχωρέσουνε την ψυχή του πεθαμένου. Μετά από εννιά μέρες κάνουνε τα εννιάμερα και μετά από σαράντα  μέρες κάνουν τα σαράντα. Σε αυτά φτιάχνουνε κόλλυβα βράζουνε στάρι και βάζουνε μαζί μαϊντανό, ρούδι ,σταφίδες αμύγδαλα, ζάχαρη και κουφέτα. Μέχρι τσι σαράντα μέρες πιστεύουνε ότι η ψυχή είναι ελεύθερη και  τριγυρνά σε γνωστά μέρη. Στις σαράντα μέρες πάει για να κριθεί και μετά θα πάει στον παράδεισο για στην κόλαση. Όταν  κάνουνε τα μνημόσυνα πηγαίνουνε στο νεκροταφείο και εκεί  θυμιάζουνε  τον τάφο και ανάβουνε και το καντήλι. Πολλές γυναίκες ανάβουνε τα καντήλια και άλλων τάφων και τα θυμιάζουνε. Κάθε Σάββατο βράδυ όταν χτυπήσει το σπερνό(εσπερινός) πηγαίνουνε και ανάβουνε το καντήλι του νεκρού θυμιάζουνε τον τάφο του και τον στολίζουνε με λουλούδια. 

Σε τρία χρόνια από το θάνατο του νεκρού ξεχώνουνε τον νεκρό,(1) παίρνουνε τα κόκκαλα του πεθαμένου και τα βάζουνε σε ένα κασελάκι. Μοιράζουν πάλι ψωμί ελιές και κρασί. Όταν ξεχώσουνε το νεκρό μετά από τρία χρόνια και δεν έχει λιώσει  το σώμα ντου λένε ότι ήταν αφορεσμένος και για αυτό δεν έλιωσε τόσα χρόνια. Φωνάζουνε τον παπά κάνει λειτουργιά  και δίνει ευκές και έτσι λιώνει το σώμα. Για να μη γίνει βρικόλακας ο νεκρός του βάζουνε προτού τον θάψουνε την πεντάλφα.Όσες   από τις γυναίκες έχουνε πένθος φορούνε μαύρα ρούχα και η μάνα και η γυναίκα του πεθαμένου φορούν μαύρο μαντήλι. Οι άντρες φορούνε πένθος μία κορδέλα μαύρη στο γιλέκο ή στο μανίκι και μένουνε αξύριστοι σαράντα  μέρες."

Υπαγόρευσε ο Εμμανουήλ Κάβουρας

Από την εργασία της Φιλίππας Καραμπάτση το 1968 με θέμα «Λαογραφική Συλλογή εκ του χωρίου Άγιος Αρσένιος Επαρχία Νάξου που  έχει αναρτηθεί στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη ΠΕΡΓΑΜΟΣ του Πανεπιστημίου Αθηνών.


1.Ξέχωμα νεκρού.

Οι παλιοί άνθρωποι και συγκεκριμένα οι αγερσανιώτες,που τους έζησα, έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στις μετά θάνατον διαδικασίες και στα έθιμα ,μεταξύ των οποίων ήταν και το  ξέχωμα  του νεκρού τους καθώς και  η φύλαξη και συντήρηση των οστών του στο οστεοφυλάκειο.Είχα την δύσκολη εμπειρία ως μικρό παιδί,δημοτικού σχολείου μαθητής,και μένει ακόμη στην μνήμη μου ζωντανά σαν τότε που ο νονός μου, ο αγαπημένος και συγχωρεμένος Κώστας Σ.Κάβουρας (Κωστής), με πήρε μαζί του στο νεκροταφείο του  χωριού (1965 ή 66 κατά τον γιό του Στέλιο Κάβουρα) για να ξεχώσει τον πεθερό  του Δημήτρη Καπρή¨Καπιροδημήτρη¨ και καθάριζε τα οστά της ένα προς ένα με κρασί και στη συνέχεια τα εναπόθετε σε ένα λευκό σεντόνι για το κουτί και το οστεοφυλάκειο.


Σημείωση συντάκτη.

  • Σκέφτηκα αρκετά εάν θα έπρεπε να μεταφέρω  και αυτή την  πλευρά της κοινωνικής ζωής. Αποφάσισα όμως ότι πρέπει όσο και αν προκαλέσει ανάμεικτα συναισθήματα διότι υπάρχει και αυτή η πραγματικότητα της ζωής μας.  
  • Η αφήγηση αναφέρεται στην περίπτωση άρρωστου που αποδημεί.Η ίδια περιγραφή αφορά και κάθε άλλη περίπτωση θανάτου εκτός από τα σημεία που η αρρώστια επέβαλε κάποια άλλη συμπεριφορά.Δεν αναφέρονται επίσης οι περιπτώσεις αιφνίδιου θανάτου μωρού ή μικρού παιδιού που δεν συνάντησα ή δεν ενθυμούμαι στα παιδικά μου χρόνια για να την μεταφέρω. 
  • Στο εθιμικό και στις διαδικασίες που ακολουθούνταν  πριν και μετά την ταφή του νεκρού υπάρχουν στην μνήμη μου και άλλα ¨δρώμενα¨που δεν επιθυμώ να επεκταθώ.


Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Κοινωνικός Βίος στο Παλιό Αγερσανί (Γέννηση)

 


Συνέχεια Από την εργασία της Φιλίππας Καραμπάτση το 1968 με θέμα «Λαογραφική Συλλογή εκ του χωρίου Άγιος Αρσένιος Επαρχία Νάξου που  έχει αναρτηθεί στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη ΠΕΡΓΑΜΟΣ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κεφάλαιο Κοινωνικός Βίος(Γέννηση)

Τα παιδιά είναι ευλογία Θεού μέσα στο σπίτι και ευτυχία για αυτό και μαζί με τις ευκές του γάμου λένε τους νιόπαντρους «Να ζήσετε και με κληρονόμους». Όποιοι δεν έχουνε παιδιά είναι σεκλέτι  (δυστυχισμένοι) γιατί δεν θάχουνε μια  παρηγοριά και ένα αποκούμπι(στήριγμα) στα γεράματά ντων. 

Πολλές γυναίκες  από την κοιλιά της γκαστρωμένης καταλαβαίνουνε αν θα γεννηθεί γιος  για θυγατέρα.Οι  γκαστρωμένες τη μέρα του Αι Συμεών και τη μέρα του Αι Λευτέρη δεν κάνουνε καμία δουλειά,γιατί όταν δουλέψουνε ο Αι Λευτέρης δεν θα τους δώσει καλή λευτεριά, καλή γέννα και ο Αι Συμεώνας θα κάνει το παιδί ντων σημειωμένο(ελαττωματικό).

Πολλές για να πάει καλά η γέννα ντων  τάζονται στους Αγίους αυτούς πού είναι και προστάτες ντων. Στην γκαστρωμένη εύκονται ¨με το καλό¨,¨καλή λευτεριά¨. Την παλιά εποχή οι γυναίκες γεννούσαν πάνω σε σκαμνιά. Όταν  γεννούσε η λεχώνα την βάζανε πάνω στο σοφά και την καπνίζανε με αγιόκλαδα και ρόδα για να μην την πιάσει το κακό μάτι. Το μωρό μετά από τρεις  μέρες το λούζανε. Η μαμή που ξεγέννησε τη γυναίκα έλουζε και το παιδί. Το παιδί το λούζανε μέσα σε νερό που έχουν ρίξει λουλούδια, μάπες, ζάχαρη ,ψωμί και λεφτά. Τα λουλούδια τα ρίχνουνε για να είναι όμορφο, τη ζάχαρη να είναι γλυκό,το ψωμί για να είναι γερό και τα λεφτά για να είναι πλούσιο. Το μωρό θα το φασκιώσουν (1) με φασκιές πλεκτές από μπαμπάκι. Μετά από 40 μέρες όταν θα σαραντίσει πάει η μάνα το παιδί στην εκκλησία για να τσι διαβάσει ο παπάς την ευκή. Όταν είναι αγόρι το παιδί ο παπάς το παίρνει και το γυρνά μέσα στο ιερό.

Φάσκιωμα

Μέχρι να περάσουνε 40 μέρες από τη γέννα για να σαραντίσει η λεχώνα φυλάγεται από το κακό μάτι και τις καλές κιουράδες και τα άλλα κακά αερικά. Για να μην την πιάσει το κακό μάτι βάζουνε κάτω από το μαξιλάρι της λεχώνας ένα κομμάτι ψωμί. Για να μην μπαίνουν μέσα στο σπίτι οι καλές κιουράδες στηλώνουν πίσω από την πόρτα την πινακωτή και κρεμούνε το σταυρό τω βαγιώ. Δεν αφήνουνε μόνη τη λεχώνα και η πόρτα δεν ανοίγει άμα βασιλέψει ο ήλιος. Όταν έρθει καένας στο σπίτι βασιλεμένος ο ήλιος πρέπει να βγάλει τα παπούτσια ντου και να τα αφήσει έξω ή να αφήσει έξω το ραβδί ντου.

Όταν η λεχώνα σηκωθεί πατά σίδερο.Η  ασαράντιστη λεχώνα δεν πηγαίνει στα σπίτια των άλλων χωριανών παρά μόνο άμα σαραντίσει γιατί δεν τόχουνε σε καλό . Το βρέφος αφού το σπαργανώσουν και το καπνίσουν και αυτό για να μην το πιάσει το κακό μάτι το βάζουνε μέσα στην κούνια. Οι κούνιες πρώτα ήτανε ξύλινες χαμηλές με σκαλιστά στα πλάγια. Όπως και τη λεχώνα έτσι και το βρέφος το προσέχουνε πολύ από το μάτιασμα και τις καλές κιουράδες. Οι καλές κιουράδες (2) όταν βρίσκανε τα μωρά μόνα ντων τα έπαιρναν και τα σκότωναν στον ποταμό ή τα αρρωσταίνανε. Όταν  το μωρό είναι αρρωστημένο το περνούνε από το παραθύρι της Αγίας Ειρήνης ή το τάζουνε  σε κανένα Άγιο.

Κούνια
Αρχείο Γιάννη και Κατερίνας Αρτσάνου

Ο άνθρωπος που θα βαφτίσει το παιδί λέγεται σάντουλος ή νουνός ή κουμπάρος. Η βάφτιση γινόταν σε 8 έως 15 μέρες από τη γέννηση του παιδιού και όταν έπεφτε ανάγκη και μονήμερα (την ημέρα της γεννήσεως). Όταν  το πρώτο παιδί είναι αρσενικό το όνομα θα το δώσει ο πατέρας και του δίνει το όνομα του αφέντη του. Όταν το πρώτο παιδί είναι κορίτσι το όνομα θα το δώσει η μάνα και θα του δώσει το όνομα τσι μάνας της. Όταν όμως έχουνε τάξει το παιδί στον Άγιο θα του δώσουν το όνομα του Αγίου που το έταξαν. Όταν  γίνει η βάφτιση μαζεύουνται όλοι στο σπίτι και εκεί γίνονται τα τρακαμέντα(τα κεράσματα) και τα τραπέζια(η διασκέδασις).Ο σάντουλος μοιράζει στα παιδιά του χωριού μαρτυριάρικα(λεφτά) (3)και δίνει και στη μάνα του παιδιού δώρο λεφτά. Στα τραπέζια έχουνε καλά φαγητά και μπόλικο κρασί. Ο σάντουλος  τρεις κυριακάδες μετά τη βάφτιση παίρνει το παιδί από το σπίτι και το πηγαίνει στην εκκλησία για να κοινωνήσει. Όταν  το παιδί γεννηθεί ετοιμοθάνατο το βαφτίζουν με αεροβάπτισμα γιατί  τα παιδιά που πεθαίνουν αβάπτιστα λένε τα τρώνε τα άγρια θηρία για αυτό και κοιτάζουνε εάν είναι ετοιμοθάνατα να τα βαφτίσουν αμέσως στον αγέρα.

Βάπτιση

Τα παλιά χρόνια τα παιδιά δεν τα έστελναν οι γονιοί των στα σκολειά γιατί τα θέλανε  όλο στα χωράφια. Έτσι λιγοστοί μαθαίνανε γράμματα. Τα παιδιά παίζανε πολλά παιχνίδια σαν (όπως) μπίλιες (βόλους), αμάδες (πλάκες),μπάλες,σουβλάρια (σφυρίχτρες),σβούρα, ψάρι (αετός), κουτσούνες (κούκλες) πετροπόλεμο, βαρέλι,κουλουμπάρδα,κούνια με βουρλιές(σχοινιά) πάνω σε μεγάλα δέντρα,κρυφτό.

Υπαγόρευσε την Κυριακή Κάβουρα

 

1.Φάσκιωμα.Θυμάμαι τις φρεσκοπλυμένες φασκιές να κρέμονται από τα σχοινιά των απλωταριών του χωριού.Ο κύριος λόγος του φασκιώματος αφορούσε την ανατομική εξέλιξη του σώματος του νεογνού π.χ. να γίνουν ίσια τα πόδια του.

2.Καλές Κιουράδες. Καλές Κυράδες λένε τις νεράιδες στα περισσότερα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά.
Πολλοί μύθοι και ιστορίες υπάρχουν γι’αυτές από τους νησιώτες συνήθως με κακά αποτελέσματα για όποιον τις συναντούσε.

3.Μαρτυριάρικα.Θυμάμαι ως παιδί ότι μετά την βάπτιση που ο κόσμος γύριζε στο σπίτι του νεοβαπτισμένου τρέχαμε εμείς τα παιδιά να πάρουμε μια καλή θέση έξω από την πόρτα του σπιτιού όταν ο νονός θα έδινε τα μαρτυριάρικα.Συνήθως ο νονός έβγαινε στην πόρτα του σπιτιού κα δεν  μας μοίραζε τα χρήματα(πενηνταράκια συνήθως) αλλά τα πετούσε(σκορπούσε) προς το μέρος μας και εμείς πέφτανε ο ένας πάνω στον άλλο για να τα πιάσουμε από το χώμα.


Συνεχίζεται......







Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Κοινωνικός Βίος στο Παλιό Αγερσανί (Γάμος)




Κεφάλαιο Κοινωνικός Βίος.

1. Γάμος

Τον γάμο τον λέμε και χαρά γιατί τη μέρα του γάμου χαίρουνται όλοι. Οι νιόπαντροι, το συγγενολόι και όλο το χωριό.Τις πιο πολλές φορές οι γάμοι γίνουνται το φθινόπωρο. Συγγενείς του γαμπρού και από τη μεριά της νύφης πηγαίνουνε στα σπίτια των χωρικών και τους καλούν στο γάμο.Ο σάντουλος  του γαμπρού, για της νύφης είναι τις πιο πολλές φορές και ο κουμπάρος που θα τους στεφανώσει. Το στρώσιμο του κρεβατιού το κάνουνε ανύπαντρες κοπέλες. Μαζεύουνται γύρω από το κρεβάτι και τινάζουνε όλες μαζί το αχυρένιο στρώμα. Μετά περνούνε από μία μεριά η καθεμιά τους το σεντόνι και το στρώνουνε.Στο στρώσιμο λένε ευκές για τους γαμπρούς( γαμπρό και νύφη) και εύκονται η μια στην άλλη γρήγορα και στο δικό σου κρεβάτι. Όταν  το στρώσουνε ρίχνουνε με τραγούδια και ευχές πάνω στο κρεβάτι κουφέτα λεφτά και βάζουνε και ένα μωρό αγοράκι πάνω στο κρεβάτι για να φέρει γούρι στο αντρόγυνο. Την παραμονή του γάμου το Σάββατο το πρωί σφάζουνε τα αρνιά και τα κατσίκια για να είναι έτοιμα να τα μαγειρέψουνε την Κυριακή. Το Σάββατο το βράδυ κάνουνε τις λοιπές δουλειές που μένουν. Ο γάμος γίνεται την Κυριακή το απόγευμα. Το πρωί στην εκκλησιά  πάνε οι γαμπροί να ακούσουνε τη λειτουργιά και να κοινωνήσουνε. Το μεσημέρι της Κυριακής μαζεύουνται στο σπίτι της νύφης ανύπαντρες κοπέλες να τη στολίσουνε. Δεν πηγαίνουνε ορφανές κοπέλες αλλά κοπέλες που ζούνε και οι δύο γονοί ντων. Στο στόλισμα του γαμπρού πηγαίνουνε οι λεύτεροι φίλοι του και τον ξυρίζουν και τον ντύνουν και λένε και καλαμπούρια( αστεία).

Και στη νύφη και στο γαμπρό άμα τους ντύσουνε τους βάνουνε  στη μέση ντων ψαλίδι και δίχτυ για να μην τους πιάσει το κακό μάτι. Οι συγγενείς και οι φίλοι του γαμπρού άμα τον στολίσουνε τον παίρνουνε και τον πηγαίνουνε στο σπίτι της νύφης μαζί με τα βιολιά. Όταν  πάνε στο σπίτι της νύφης εκείνη είναι έτοιμη. Πηγαίνει μπροστά στους γονιούς της και κάνει τρεις μετάνοιες. Οι γονιοί της της δίνουνε την ευκή ντων και η νύφη τους φιλά το χέρι. Μετά φεύγουνε όλοι μαζί για την εκκλησιά. Στο δρόμο παίζουνε τα βιολιά . 

Βιβλίο Αγερσανί Νάξου

Τα στέφανα του γάμου ήτανε πλεμμένα με κλίμα και όμορφες κορδέλες. Το ποτήρι που πίνουνε οι γαμπροί κρασί το παίρνουνε μετά ο κουμπάρος και οι λεύτεροι  και πίνουνε για να παντρευτούνε γρήγορα. Το ποτήρι αυτό το φυλάγουνε για να παντρευτούνε και άλλοι από την οικογένεια. Στο χορό του Ησαΐα ραίνουνε τους νεόνυμφους με λουλούδια, κουφέτα, βαμβακόσπορο και ρύζι για να ζήσουν όμορφα μαζί μέχρι που να ασπρίσουν τα μαλλιά ντων. Στο τέλος του γάμου φιλούνε όλοι τα στέφανα και δίνουν ευχές ¨Να ζήσετε καλογερασμένοι¨ ¨Και με κληρονόμους¨ και στους γονιούς της νύφης και του γαμπρού ¨Να σας ζήσουν¨ και αν έχουν κι άλλα παιδιά ελεύθερα ¨Και στα υπόλοιπα¨.

Όταν  βάζουν τα στέφανα στους γαμπρούς βαρούνε σμπάρους. Από τα κουφέτα του δίσκου πού ραίνουνε τους γαμπρούς παίρνουνε οι ελεύθερες κοπέλες τρία και τα βάζουνε το βράδυ στο μαξιλάρι ντων για να δούνε ποιον θα πάρουνε. Όταν   τελειώσει ο γάμος πάνε όλοι μαζί με τα βιολιά στο σπίτι του γαμπρού. 

Αρχείο Ιάκωβος Μελισσουργός
(ο γάμος των γονιών μου)
Επιστροφή από την εκκλησιά

Εκεί στο κατέφλιο του σπιτιού δίνει η πεθερά στο γαμπρό και στη νύφη γλυκό. Η πεθερά φορά στην κεφαλή άσπρο τουλουπάνι και όταν μπαίνει η νύφη μέσα στο σπίτι της τάζει ζώα για προίκα και σπάζει ένα ρούδι. Όταν  μπούνε μέσα στο σπίτι οι γαμπροί και ο κουμπάρος κάθονται στο σοφά και οι άλλοι γύρω ντων. Τότε αρχινούνε όλοι να τους παινεύουν με τραγούδια και να παίζουνε και τα βιολιά.Μέσα σε μεγάλες πετσέτες έχουνε κουφέτα και μοιράζουν στον κόσμο και τους δίνουνε ρακί για να πιούνε και να ευκηθούν. Ωσπου  να τους τρατάρουν(κεράσουν) έχει νυχτώσει και αρχινούνε να στρώνουνε τα τραπέζια. Έχουνε μαγειρέψει κάμποσα κρέατα γιαχνιστά και μακαρόνια πατάτες τυριά και αυγά. Τα τραπέζια αν είναι καλός καιρός τα στρώνουνε όξω στη γαλαρία. Στο τραπέζι των νεόνυμφων κάθονται οι κουμπάροι και οι στενοί συγγενείς. Έτσι  αρχινά το γλέντι. Πρώτος το χορό σηκώνεται ο  γαμπρός και χορεύγει τη νύφη. Μετά σηκώνεται ο κουμπάρος και χορεύγει τη νύφη. Μετά σηκώνεται ο κουμπάρος χορεύγει τη νύφη και μετά οι άλλοι. Χορεύγουν καλαματιανό, συρτό και Μπάλο. Έτσι  χορεύγοντας και τραγουδώντας έρχεται η Δευτέρα. Την παλιά εποχή γλεντούσαεν τρεις μέρες συνέχεια. Μετά από τις τρεις μέρες πηγαίνανε  να κοιμηθούνε αλλά οι νιόπαντροι δεν κοιμόντουσαν μαζί της τρεις πρώτες βραδιές γιατί ήταν διαβασμένοι. Τώρα όμως δεν γίνεται αυτό.

Τώρα τη Δευτέρα το πρωί στέλνουνε τους νεόνυμφους για ύπνο ,ενώ οι πιο γλεντζέδες συνεχίζουν το γλέντι. Το απόγευμα πηγαίνουνε μαζί με τα βιολιά και κάνουνε πατινάδες στους νεόνυφους. ¨σήκως απάνω νύφη μου να δεις την πρασινάδα να δεις και που σου κάνουνε ωραία πατινάδα¨και άλλα τέτοια. Σηκωνόντουσαν οι γαμπροί ντυνόντουσαν και συνέχιζανε το γλέντι. Ο γαμπρός τρεις μέρες συνέχεια δεν βγαίνει από το σπίτι και δεν περνά από ποτάμι. Την πρώτη Κυριακή μετά από το γάμο γίνεται ο αντίγαμος. Πάνε μαζί οι νεόνυμφοι στην εκκλησιά και το μεσημέρι τρώνε όλοι οι συγγενείς στο τραπέζι μαζί.Το βράδυ πάλι καλούνε τους χωρικούς και γλεντούνε μέχρι το πρωί της Δευτέρας. Αν οι νιόνυφοι συναντήσουνε, προτού περάσουν 40 μέρες από το γάμο κηδεία, τόχουνε σε κακό για αυτό αξανίουνε  (1) να μην πολυβγαίνουν όξω και άμα βγαίνουνε φυλάγονται.

Υπαγόρευσε η Κυριακή Κάβουρα(ετών 76 αγράμματος)

1.Αξανίω=κοιτάξω

Συνεχίζεται.!!!

Από την εργασία της Φιλίππας Καραμπάτση το 1968 με θέμα «Λαογραφική Συλλογή εκ του χωρίου Άγιος Αρσένιος Επαρχία Νάξου που  έχει αναρτηθεί στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη ΠΕΡΓΑΜΟΣ του Πανεπιστημίου Αθηνών.


 

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Ιωάννης Μαργαρίτης(Μπαρμπούνης) Ο καλλιτέχνης του Αγερσανιού

 

Φωτογραφία από το προφίλ του Ιωάννη στο fb

Τα νέα παιδιά του χωριού μας λίγα ή και καθόλου γνωρίζουν στοιχεία για τον συγχωριανό μας Ιωάννη Μαργαρίτη(Μπαρμπούνη).

Και όμως ο Ιωάννης όπως θέλει να τον αποκαλούν, εκτός από συνταξιούχος υπάλληλος της Δ.Ε.Η. σήμερα, είναι και σπουδαίος καλλιτέχνης της φωτογραφίας με Πανελλήνια αναγνώριση.(ατομικές εκθέσεις μεγάλης επιτυχίας).

Φίλοι και γνωστοί του ήταν μεγάλα ονόματα του καλλιτεχνικού χώρου όπως λ.χ. ο Ιάκωβος Καμπανέλλης κ.α.

Ο Ιωάννης απαθανάτισε την αγαπημένη του Νάξο. Διέσωσε με τον φακό του σπάνιες εικόνες της ζωής του νησιού.

Εκτός από τα τοπία αγαπημένο του αντικείμενο υπήρξαν τα πορτραίτα  προσώπων.

Αγαπημένο του φωτογραφικό χρώμα ήταν το ασπρόμαυρο ενώ κάθε φωτογραφία του αποτελεί  καλλιτεχνική δημιουργία.

Η φωτογραφική συλλογή που είχα ιδεί στο σπίτι του στο χωριό , πριν από αρκετά χρόνια, αποτελούνταν από εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες και πορτραίτα  μικρών και μεγάλων διαστάσεων.

Δεν ξέρω τι θα απογίνει ή που θα διαθέσει ο Ιωάννης το σπάνιο αυτό υλικό.

Εκείνο που γνωρίζω όμως με βεβαιότητα είναι ότι η Τοπική Κοινότητα Αγίου Αρσενίου και ο Δήμος πρέπει πάση θυσία να το διασφαλίσουν και να το αποδώσουν στο κοινό γιατί εκεί ανήκει το έργο του και όχι σε χέρια ιδιώτη ή ιδιωτικής συλλογής.


Το έργο του Ιωάννη είναι υπόθεση του νησιού.

 

Στο 6ο τεύχος του περιοδικού  Φλέα του Ομίλου Νάξου ΑΡΣός – Απεράθου που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2005 υπάρχει εκτενής αναφορά του ιστορικού  B. J. Slot στο σπουδαίο έργο του συγχωριανού μας Ιωάννη  Μαργαρίτη.

 

Μεταφέρω αυτούσιο το κείμενο.

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, Το χαµόγελο της Αριάδνης. Κείµενα: ∆. Βενιέρη, Ι. Καµπανέλλη, Ν. Κεφαλληνιάδη, Α. Λαµπράκη, Ι. Μαργαρίτη, Χ. Μπαλτογιάννη, Χ. Ντούµα, B.J. Slot, Ερµής, Αθήνα 2005.

«Για µένα, το έργο του Γιάννη Μαργαρίτη αντικατοπτρίζει τη Νάξο των δεκαετιών του ’60 και του ’70 […] Η Νάξος του τότε, που θυµάµαι, ήταν η χειµωνιάτικη Νάξος, µε τις έντονες αντιθέσεις, χτυπηµένη από τον άνεµο, µε τους ανθρώπους της σηµαδεµένους από τη σκληρή δουλειά, και ένα κλίµα µε πολύ περισσότερες αντιθέσεις και µεταβολές από αυτές που οι θερινοί επισκέπτες θα µπορούσαν ποτέ να δουν. Εκείνη την εποχή, η ζωή στη Νάξο δεν ήταν εύκολη, αλλά ήταν ζωή. ‘Ηταν ακριβώς εκείνο το νησί και εκείνος ο τρόπος ζωής που µπορούσε να απεικονιστεί τέλεια στις µεγάλου µεγέθους ασπρόµαυρες φωτογραφίες. ‘Όλα ήταν εκεί: ο τραχύς λίθος, η σκληρή ζωή στην ύπαιθρο, οι σµιλεµένοι από τους ανέµους βράχοι, τα γκρεµισµένα κτήρια, ακόµα στολισµένα µε τα µαρµάρινα διακοσµητικά στοιχεία των περήφανων και πλούσιων ανθρώπων ενός µακρινού παρελθόντος. Έτσι υπήρχε και η αντίθεση ανάµεσα στο τραχύ λευκό ασβεστοκονίαµα και στο αδρό αστίλβωτο µάρµαρο, κατάλοιπα της αρχαιότητας. ‘Ηταν ακόµα οι άνθρωποι της σκληρής δουλειάς πάνω στη τραχιά γη στο Λιβάδι, τα τσακισµένα από τον καιρό ελαιόδεντρα. Ο Γιάννης κινήθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις, ακόµα και στον µακρινό πύργο του Χειμάρρου, πάνω σ’ ένα γαϊδουράκι, όταν δεν υπήρχε ακόµα δρόµος, και γύρισε όλο το νησί.

 Πειραµατιζόµενος πάντοτε, δοκίµασε τους πιο αποτελεσµατικούς τρόπους εμφάνισης των φωτογραφιών του, προκειµένου να αποδώσει την εικόνα που είχε στο νου του. Το έργο του είναι τεκµήριο της Νάξου που χάνεται, αφού σήµερα το νησί είναι λαβωµένο από λατοµεία, ενώ τα παλιά κτήρια γίνονται όλο και πιο επιτηδευµένα από τις αναστηλώσεις και καλύπτονται από τις µοντέρνες τσιµεντένιες κατασκευές. Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να δει κανείς το έργο του Γιάννη µόνο ως ιστορική µαρτυρία. […] Ωστόσο µε τις φωτογραφίες του µας έχει προσφέρει ένα µνηµειώδες έργο, που δεν έχει έως σήµερα επαρκώς εκτιµηθεί», γράφει για τον Γιάννη Μαργαρίτη και το έργο του ο ιστορικός B. J. Slot.

 

Δεν διαθέτω φωτογραφίες του στο αρχείο μου εκτός από μερικές που τράβηξε για την έκθεση του Μορφωτικού  Συλλόγου Αγροτικής Νεολαίας Αγερσανίου Νάξου» το 1974 της οποία είχε και την καλλιτεχνική ευθύνη.






Οι φωτογραφίες του Ιωάννη είναι από το αρχείο του Πολιτιστικού Συλλόγου του Αγίου Αρσενίου




Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

Αγερσανιώτικα μητάτα μιας άλλης εποχής.

 



Η αλλαγή στο Αγερσανιώτικο τοπίο είναι ραγδαία και δραματική.

Η ιστορία αυτού του χωριού, παρά την εικόνα ευμάρειας που φαίνεται να υπάρχει σήμερα, γράφτηκε μέσα από φτώχεια και δύσκολη ζωή. Η γεωργική του έκταση παρουσιάζει μια ανισορροπία σε σχέση από τα υπόλοιπα λιβαδοχώρια. Ένα μεγάλο μέρος της έκτασής του αποτελείται από καλλιεργήσιμη έκταση, σχετικά μικρής ατομικής ιδιοκτησίας ενώ ένα επίσης μεγάλο μέρος γης είναι παράλιο, αρκετά άγονο και υφάλμυρο με αμμώδη γη. (αναφέρομαι στις εκτάσεις που καλύπτουν τα νοτιοδυτικά του παράλια και το σύνολο της Στελίδας).

Η γεωγραφική θέση του χωριού και η γειτνίαση  της  περιφέρειας του  με την θάλασσα είναι η αιτία των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται από τα μέσα της δεκαετίας του  1970 έως και σήμερα.

Γράφει ο συντοπίτης μας Ομότιμος Καθηγητής Λαογραφίας Μανόλης Σέργης σε μια από τις αναφορές του για την ονομασία του χωριού με τίτλο «Προς το Γερσανί από τους δρόμους της ιστορίας και της Κοινωνικής Λαογραφίας».

« Το Αγερσανί ήταν (όπως τα άλλα Λιβαδοχώρια) ανέκαθεν γεωργική κοι- νότητα, όμως το τμήμα του κάμπου του Λιβαδιού που του επιδικάστηκε με τις επίσημες κρατικές (τελικές) χωροθετήσεις του 1931 ήταν το ολιγότερο εύφορο τμήμα του. Η αποδεκτή απ’ όλους τους γείτονες οριοθέτηση είχε μεν «καταδικάσει» τους χωρικούς του σε μειωμένη (εν σχέσει με τους άλλους πλησιόχωρους) γεωργική παραγωγή, αλλά είχε και τα θετικά της στοιχεία: η μη προσοδοφόρα γη (ο οικολογικός ντετερμινισμός) έστρεψε τους κατοίκους του σε τεχνικά επαγγέλματα (ανέδειξε καθ’ όλον τον 20ό αι. ονομαστούς κτίστες, οικοδόμους, ξυλουργούς, που επεξέτειναν την επαγγελματική δράση τους και εκτός του χωριού), στην αλιεία, στην παραγωγή του «κρατικού» αλατιού στο Αλατοπηγείο της Αλυκής, και τους αποδέσμευσε από τον εναγκαλισμό της μονοκαλλιέργειας της πατάτας και ό,τι αυτός επέφερε, όπως συνέβη στο γειτονικό Γλινάδο μετά το 1953.

Όμως, κατά την οριοθέτηση τούς επιδικάστηκε επιπλέον ένα στενό κομμάτι παραθαλάσσιας, άγονης, αμμώδους γης αρκετών  χιλιομέτρων,  από την Στελίδα μέχρι την Πλάκα και πλάτους (βάθους) λίγων εκατοντάδων μέτρων, από την ακρογιαλιά προς το εσωτερικό του Λιβαδιού. Αυτή η μέχρι προ τινος ευτελής λωρίδα γης και λοιδορούμενη από τους γειτόνους τους αλλά και τους ίδιους τους Αγερσανιώτες ήταν ο παράγων που άλλαξε τον οικονομικό και κοινωνικό βίο του χωριού, και όχι μόνον αυτού. Είχαμε, δηλαδή, μια ξεχωριστή περίπτωση αλλαγής χρήσης της γης και του τοπίου υπό τη διαφαινόμενη επέλαση του τουριστικού ρεύματος: τα άγονα παραλιακά ξεροχώραφα μετατράπηκαν (με την πάροδο του χρόνου, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κ.ε.) σε πανάκριβα οικόπεδα, όπου οικοδομήθηκε το κέντρο της τουριστικής βιομηχανίας που έχει αναπτυχθεί στη δυτική παραλία της Νάξου.

Εμείς οι παλιότεροι έχουμε πλήρη αντίληψη των αλλαγών που έχουν επέλθει.

 Η μορφή της οικονομίας του χωριού έχει αλλάξει. Συγκεκριμένα, η αγροτική παραγωγή έχει συρρικνωθεί και η κτηνοτροφία έχει γίνει πιο επαγγελματική, με κίνδυνο όμως να συρρικνωθεί κι αυτήν λόγω της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της χώρας.

Εκείνος ο τομέας που ανθεί  μετά την δεκαετία του 1980 είναι η τουριστικός, και αυτός όμως μέσα σε ένα ερασιτεχνικό, αντιεπαγγελματικό, αυθαίρετο σε πολλές περιπτώσεις  και αντιπεριβαντολλογικό κλίμα. Όλες οι παραλίες έχουν καταληφθεί από υποδομές τουριστικής εκμετάλλευσης σε σημείο καταστροφής του ιδιαίτερου φυσικού περιβάλλοντος (Αλυκή, αμμοθίνες).

Το πώς και από ποιους διαμορφώθηκε ο χάρτης των δυτικών και νοτιοδυτικών παραλιών του νησιού που χωροταξικά ανήκει στο Αγερσανί είναι πολύ γνωστός στους Αγερσανιώτες κάποιας ηλικίας και στους νεότερους μέσα από αφηγήσεις των γονιών τους.  

Σήμερα, σχεδόν κάθε χώρος της Αγερσανιώτικης γης έχει  διαμορφωθεί είτε από μετατροπές  παλιών κτισμάτων που υπήρχαν εγκαταλειμμένες στο χωριό και στα χωράφια σε σύγχρονες κατοικίες ή  έχει οικοδομηθεί και τσιμεντοποιηθεί σε  υπερβολικό βαθμό από μεγάλες και μικρές τουριστικές εγκαταστάσεις χωρίς την ανάλογη μέριμνα της τοπικής αυτοδιοίκησης για υποδομές (πάρκινγκ, οδικό δίκτυο κ.λ.π.) καθώς και των ίδιων των επαγγελματιών που αδυνατούν να αντιληφθούν το «κοινό καλό».

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 στα χωράφια του χωριού και όχι σε όλα, υπήρχαν μόνο αγροτόσπιτα («μητάτοι»), μάντρες και προστεάδες. Σιγά σιγά, όσοι από τους Αγερσανιώτες που είχαν μεταναστεύσει  στην Αθήνα τις δεκαετίες του ‘50 και ’60 δεν είχαν πουλήσει την περιουσία τους  άρχισαν να οικοδομούν κτίσματα παραθεριστικής  διαμονής, ενώ όσοι την είχαν ήδη  πουλήσει  έκτισαν και αυτοί παραθεριστικές κατοικίες με αγορά οικοπέδων και χωραφιών. Η ιστορία αυτή συνεχίστηκε και από τα παιδιά τους που λαχταρούσαν ένα «σπιτάκι» στον τόπο καταγωγής των γονιών τους.


Αργότερα, από την αρχή της δεκαετίας του 1980  άρχισαν να οικοδομούνται τουριστικά καταλύματα μικρής κλίμακας με το λεγόμενο αγροτουριστικό χρηματοδοτικά ευνοϊκό πρόγραμμα που ξεκίνησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ  και αργότερα εγκαταστάσεις  πολύ μεγαλύτερης τουριστικής εξυπηρέτησης. Αλλοδαποί κυρίως από τις χώρες της Ε.Ε. είδαν το νησί ως σπουδαίο και αναπτυσσόμενο τουριστικό προορισμό και άρχισαν και αυτοί με  αγορές αγροτεμαχίων και παλιών κτισμάτων και συνέχισαν με οικοδόμηση οικιών παραθεριστικής και μόνιμης διαμονής.

Έτσι τα Αγερσανιώτικα χωράφια γέμισαν από κτίσματα κάθε μορφής.



Τι εξυπηρετούσαν τα αγροτόσπιτα- «μητάτα»;

Κύρια χρήση τους ήταν η διαμονή των αγροτών και των οικογενειών τους  σε αυτά κατά την περίοδο των αγροτικών εργασιών στα χωράφια οι οποίες απαιτούσαν την παρουσία τους εκεί από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι το απόβραδο.

Η χρονική αυτή περίοδος διαρκεί από το τέλος του Μαΐου μέχρι τέλος Σεπτέμβρη.

Οι αγροτικές εργασίες που συντελούνταν τότε ήταν το «βγάλημα» και η διακίνηση της πατάτας, ο θερισμός και ο αλωνισμός, το μποστάνι, τα ζαρζαβατικά, ο τρύγος και η σπορά της χειμερινής παραγωγής της πατάτας.

Το φθινόπωρο και χειμώνα τα αγροτόσπιτα ήταν για τον αγρότη ένα μέσο προφύλαξης από το κρύο και την βροχή για τις ελάχιστες αγροτικές εργασίες που έπρεπε να κάνει στο χωράφι του.Επίσης τα μητάτα αποτελούσαν χώρο συγκέντρωσης παρεών για τα χριστουγεννιάτικα χοιροσφάγια και τόπος που οι γείτονες τις βροχερές και κρύες ημέρες του χειμώνα μαζευόντουσαν στο μητάτο μέχρι να περάσει η μπόρα ανάμεσα σε καφεδάκι, συζήτηση και πολλές φορές ανάμεσα σε κρασάκι που υπήρχε πάντα στην ντραμιτζάνα, πρόχειρο μεζέ και ρακί(στροφυλιά). Η βροχή και το κρύο έδιναν την ευκαιρία σε όσους αγρότες κατείχαν την τέχνη  να φτιάξουν σχοινιά και βουρλιές για τα ζά καθώς επίσης καλάθια,πανέρια κλ.π

Στα «μητάτα» αποθήκευε ο αγρότης τα εργαλεία του. Εάν ήταν μεγαλόχωρα έβαζε και λίγες ζωοτροφές (άχυρα, πίτερα κ.λ.π) ενώ εάν στο κτήμα υπήρχαν ζώα όπως αγελάδες, κατσίκες και πρόβατα ξενυχτούσε παρακολουθώντας τη γέννα τους.



Τα «μητάτα» αυτά ήταν μονόχωρα. Τα ντουβάρια ήταν κατασκευασμένα από πέτρες και απλά επιχρίσματα για να μην περνάει ο αέρας και η στέγαση αποτελούνταν από καλαμωτές στηριγμένες σε κορμούς αθανάτων και χωμάτινη επίστρωση( φυρόχωμα) για να μην περνάει το νερό. Είχαν συνήθως ένα μόνο μικρό ξύλινο παράθυρο και μια πρόχειρη ξύλινη πόρτα .







Σε μερικές περιοχές δημιουργήθηκαν και οικισμοί με «μητάτα» όπως ο Μαστοράκης που είναι καταγεγραμμένος ως επίσημος οικισμός του χωριού με στατιστικά στοιχεία κατοίκων, τα Πετράδια όπου τοποθετήθηκε και ένα από τα τρία δημόσια τηλέφωνα του χωριού στο «μητάτο» του Δημήτρη Κάβουρα (Γιωργάκη).[1] Μέσα συνήθως είχαν για κρεβάτι μια ξυλοκατασκευή με στρώμα από άχυρα, ξύλινο τραπέζι, λάμπα πετρελαίου, φακό ή λούξ, λυχνάρι, ένα εντοιχισμένο πέτρινο ερμάριο για τα σκεύη φαγητού, εργαλεία, καμνάδα για μαγείρεμα, λαΐνα με δροσερό νερό και εικονίσματα αγίων προστατών των ζώων και των αγροτών.

Μέρος του οικισμού Μαστοράκης

Ένας μικρός αριθμός γεωργικών «μητάτων» είχε να κάνει και με  την χρήση τους  ως τυροκομεία όπου οι κτηνοτρόφοι έπηζαν το γάλα και έπαιρναν την μυζήθρα και το τυρί τους. Τέτοια κτίσματα ήταν το «μητάτο» του Γιώργη Μεντζουβή (Σορώκου) στον Μαστοράκη όπου ο γαμπρός του Βασίλης Πολυκανδριώτης έφτιαχνε σπουδαίο αρσενικό και μυζήθρες, και του Σταμάτη Καπρή στον Άγιο Παντελεήμονα επίσης με μυρωδάτες μυζήθρες, ξυνοτύρια και αρσενικό.

Πολλά από τα ελάχιστα «μητάτα» που υπάρχουν σήμερα είναι εγκαταλελειμμένα και μισογκρεμισμένα παραπέμποντας σε εκείνες τις εποχές  και στους απόντες απλοϊκούς και φιλήσυχους  συγχωριανούς, άλλα έχουν δεχθεί μερικές επισκευές όπως σοβάντισμα,αντικατάσταση στέγης ,πόρτας και παραθύρου, για να συνεχίσουν να εξυπηρετούν  την επόμενη γενιά αγροτών και άλλα έχουν δεχθεί γενναίες παρεμβάσεις και αποτελούν σήμερα παραθεριστική κατοικία των κληρονόμων τους.

Η δημοσίευση αυτή αφορά μόνο τα αγροτόσπιτα - «μητάτα» και όχι τα τυχόν παρακείμενα κτίσματα όπως μάντρες, και προστεάδες.

Για να συγκεντρωθούν οι φωτογραφίες των ελάχιστων εναπομεινάντων μητάτων «έπεσε αρκετό τρέξιμο» αλλά χαλάλι.Εδώ παρουσιάζω ένα δείγμα.

Το υλικό συμπληρώθηκε με την πολύτιμη βοήθεια του Ανδρέα Ι. Κάβουρα (Μπειρίκου) που γνωρίζει το χωριό και το που ανήκει κάθε τι καλύτερα από τον οποιονδήποτε. Τον ευχαριστώ.




















[1]Το δεύτερο  του χωριού αρχικά στο σπίτι του Σπύρου Μαργαρίτη (Σπυρούκλα) και στη συνέχεια στο παντοπωλείο του Βασίλη Ρεφενέ,  και στην Αγία Άννα στο σπίτι του Γιώργη του Χίου που ήταν κόλλημα με το ιδιόκτητο εκκλησάκι του την Αγία Άννα.