Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Τράφοι και αμπασιές στο Αγερσανί

 



Τράφος

Πηγή: https://www.periergos.gr/erotiseis/ti-einai-o-trafos

Ο τράφος, καμιά φορά και η τράφος, είναι μια λέξη του αγροτικού λεξιλογίου και έχει πάρει πολλές σημασίες. Η αρχική σημασία είναι «το χαντάκι» και από εκεί καταλαβαίνουμε και την ετυμολογία της λέξης, ότι προέρχεται από την τάφρο, με μετάθεση.

Τον όρο τον συναντάμε στην ελληνική λογοτεχνία. Στη μονομαχία του Διγενή με τον Χάροντα, «Όπου χυπάει ο Διγενής το αίμα αυλάκι κάνει / και όπου χτυπάει ο Χάροντας το αίμα τράφο κάνει». Με την ίδια σημασία στον Παλαμά: «Βαλτόνερα, θολά νερά και τράφοι / και πνιγμένη στ’ ακάθαρτα η καρδιά μου».

Κατ’ επέκταση, τράφος είναι το ανάχωμα κατά μήκος χαντακιού (τάφρου) που δημιουργείται από το χώμα που έχει εκσκαφθεί. Και από εκεί στις Κυκλάδες και στη Μάνη, τράφος είναι η κατακόρυφη πλευρά στη γη που καλλιεργείται με αναβαθμίδες και, κατά άλλη μια επέκταση της σημασίας στις Κυκλάδες και στην Κρήτη, τράφος είναι ο χαμηλός λιθόκτιστος τοίχος χωρίς κονίαμα, η ξερολιθιά. Τράφοι όμως λέγονται και οι φυσικοί ανεμόγλυφοι σχηματισμοί της Σαντορίνης.

Στο Κακό συναπάντημα του Κονδυλάκη, ο Σηφογιάννης τις γιορτές έκανε μόνο λαφριές δουλειές, π.χ. «διόρθωνε κανένα τράφο που ΄χε χαλάσει». Και στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη, ο ποταμός «ρίχνει τους λασπερούς που σήκωναν οι νοικοκύροι τράφους για να χωρίσουν τα χωράφια τους».

 

Τράφο  στο Αγερσανί ονομάζουμε  τον φράχτη που χωρίζει το ένα  χωράφι (κτήμα) από το άλλο  ή και το χωράφι (κτήμα) από τον δρόμο ανεξαρτήτως του είδους των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του.

Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Ο διαχωρισμός του ενός κτήματος από το άλλο ήταν απαραίτητος αποκλειστικά για να διαχωρίζεται η ιδιοκτησία των Αγερσανιωτών μεταξύ τους με σκοπό την προστασίας της ,είχε όμως και παράλληλη χρησιμότητα και στο να απαγορεύει την πρόσβαση των ζώων από το ένα χωράφι στο άλλο και αυτό ήταν κάτι που ενδεχομένως θα έβαζε σε κίνδυνο την παραγωγή του διπλανού χωραφιού ή π.χ. του διαχωρισμένου τμήματος του κτήματος.

Σε μερικές περιπτώσεις ο πυκνός και γερός τράφος ήταν επιβεβλημένος για να μην μπαίνουν σκέψεις επέκτασης της γης του γείτονα ή και επειδή ήθελαν να προφυλάξουν τα ζα από το «κακό μάτι» του γείτονα.

Πολλές φορές οι Αγερσανιώτες χώριζαν με τράφο το ίδιο τους το χωράφι σε κομμάτια για να μπορούν να διαχειρίζονται διαφορετικές παραγωγές.

Δηλαδή στο ένα τμήμα θα έβαζαν κριθάρι, στο άλλο πατάτες ενώ σε ένα τρίτο τοποθετούσαν τα ζώα τους παλουκωμένα ή μπαστουρωμένα για να μην προσπελάσουν την παραγωγή στο άλλο κομμάτι και την καταστρέψουν.

Σε αρκετές περιπτώσεις  χώριζαν με τράφο και ένα μικρό τμήμα για να έχουν το ‘πρεβόλι’ (περιβόλι) με τα δένδρα τους ή το αμπελάκι τους.

Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Ο τράφος επίσης έπαιζε και τον ρόλο της προστασίας της καλλιέργειας από τους ισχυρούς αέρηδες του Αιγαίου που κατέστρεφαν τα φυτά είτε σπάζοντας τον κορμό τους είτε ξηραίνοντάς τα.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για να στήσουν τον φράχτη στα χρόνια μου ήταν φυσικά υλικά και το ύψος καθορίζονταν από το τι ήθελαν να προστατεύσουν.

Στα απάνεμα συνήθως χωράφια ως μέσο διαχωρισμού του χωραφιού σε τμήματα χρησιμοποιούσαν τους ‘χαράκους’ .

Αυτά ήταν είτε κομμένα καλάμια είτε κλαδιά που τα έκοβαν στο ύψος του ενός περίπου μέτρου και τα έθαβαν για στήριξη σε ένα χαντάκι και τα μπόλιαζαν με άλλα καλάμια ή κλαδιά.

Γράφει ο Καθηγητής Λαογραφίας και συμπατριώτης μας Μανόλης Γ. Σέργης στη σελ.196  του βιβλίου του «Λαογραφικά και Εθνογραφικά από το Γλινάδο Νάξου» που εκδόθηκε το 1994 από τον Προοδευτικό Όμιλο Γλινάδου Νάξου: «Τρεις  ήταν οι κυριότεροι τρόποι διαχωρισμού των αγρών και ακριβούς οριοθετήσεώς τους:

α. Ο κατασκευασμένος με κλαδιά ‘χαράκοι’ και ξύλα ‘τράφος’

β. ‘Ο κάλαμος’

γ. Στα άγονα καυκάρια ο πετρόχτιστος ‘τράφος’.

Δευτερεύοντες τρόποι (λόγω περιορισμένης χρήσεώς τους) ήταν αυτοί που ως μέσο διαχωρισμού είχαν τις φυλλάδες (πικροδάφνες),τις σκινιές (σχίνα) και τις ‘αρμυραθιές’.»

Στα πεδινά κυρίως χωράφια π.χ. του λιβαδιού, χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή του τράφου, καλάμια,και φυλάδες (πικροδάφνες), σχοινιές, λυγαριές αθανατιές και φαραοσκιές (φραγκοσυκιές).

Τράφος με καλάμια (καλαμιώνας)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με φυλλάδες (πικροδάφνες)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με αλιαριές(λυγαριά)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τα καλάμια ήταν το κύριο είδος τράφου.

Τα καλάμια τα φύτευαν και στην αρχή τους τα πότιζαν για να μεγαλώσουν.

Στη συνέχεια τα μπόλιαζαν για να δέσουν μεταξύ τους και να αποτελέσουν ένα ψηλό και ενιαίο πυκνό σώμα που θα αντέξει στον καιρό και στις επιθέσεις των ζουλοπροβάτων των γαδάρων και των μουλαριών που αναζητούσαν τροφή οπουδήποτε.

Το λεγόμενο μπόλιασμα ήταν ένα μάτσο επίσης από καλάμια που το έβαζαν οριζόντια στον καλαμιώνα μέσα και έξω και το έδεναν είτε με αυτοσχέδιο δέσιμο λυγαριάς είτε με σύρμα.

Τα καλάμια μπορεί να ήταν πολύ χρηστικά επειδή όμως απλώνουν ταχύτατα έπρεπε οπωσδήποτε μια φορά τον χρόνο να αφαιρέσουν αυτά που ξέφευγαν από τον καλαμιώνα.

Υποχρεωτική φροντίδα ήθελαν επίσης  οι σχοινιές και οι φυλάδες, πλην όμως απαιτούσαν αραιότερο χρόνο κλαδέματος και λιγότερο κόπο.

Από τις αθανατιές έπαιρναν τον καρπό (αθάνατο) και αφού το καθάριζαν το χρησιμοποιούσαν είτε για τις σκεπές των σπιτιών και των μητάτων είτε ως τελάρο για να στηρίζουν τα κλαδιά για την αμπασιά.

Στα παραλιακά χωράφια χρησιμοποιούσαν μεταξύ των άλλων  και ξυλαμυρτιές (αλμυρίκια),ενώ στα άγονα  και ημιάγονα  χωράφια, στα λεγόμενα καυκάρια όπως ήτανε π.χ. αυτά της  Σφαής και του Κατζιλιέρη χρησιμοποιούσαν ξερολιθιές, αθάνατα, ξερολιθιές σχοινιές , βάτα (αγριοβατόμουριές)και φαραοσκιές (φραγκοσυκιές) που τα αγκάθια τους ήταν αποτελεσματικό μέσο για να μην περάσουν τα ζουλοπρόβατα στο δίπλα χωράφι ενώ στη Στελίδα και στον Πύργο μόνο ξερολιθιές και φρύανα (φρύγανα).

Τράφος με αθανατιές
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με φαραοσκιές (φραγκοσυκιές)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός




Τράφος με ξερολιθιά 1
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με ξερολιθιά 2
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με ξερολιθιά 3
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Πάντως ήταν θαυμαστό το αποτέλεσμα του κτισίματος της ξερολιθιάς .

Το γυροτράφιασμα του χωραφιού είχε αρκετό κόπο ανάλογο με τη θέση του χωραφιού και τα υλικά που υπήρχαν τριγύρω. Το να φτιάξεις τράφο από ξερολιθιά στον Πύργο της Στελίδας ήταν μια δύσκολη περίπτωση με πολύ κόπο λόγω του επικλινούς πετρώδους  εδάφους και των αγκαθιών των φρύανων (φρύγανων).

 Στα ψηλά σημεία του Πύργου ο τράφος είχε αποκλειστική χρήση να μαντρώσει τα ζουλοπρόβατα στην περιοχή του ιδιοκτήτη.

Το σημείο τοποθέτησης  του τράφου αλλά και η κατασκευή του αποτελούσαν σε μερικές περιπτώσεις σημείο τριβής μεταξύ των γειτόνων επειδή είτε δεν αναγνώριζαν τα όρια της ιδιοκτησίας τους είτε διαφωνούσαν στη συντήρηση επειδή κάποιος από τους δυο, κατ’ ευφημισμόν, απέφευγε τον κόπο και την δαπάνη που μπορεί να προέκυπτε.

Για τους τράφους μπορεί να χρησιμοποιούσαν όλοι τα ίδια υλικά όμως  κάποιοι τράφοι είχαν πολύ προσεγμένη και γερή κατασκευή γιατί ο ιδιοκτήτης του ήταν «μερακλής».

Αμπασιά

Αμπασιά (εμπασιά) ή ξυλόπορτα ονομάζουμε την πόρτα-είσοδο του χωραφιού ή ενός διαχωρισμένου τμήματός του.

Ηταν αυτοσχέδια κατασκευή από ξερά κλαδιά, συνήθως σχοινιάς ή αλυγαριάς, που ήταν δεμένα μεταξύ τους με κλαδιά λυγαριάς  ή σύρματα και δεμένα στην αρχή και στο τέλος τους σε δοκάρια αθάνατου ή ξύλου.

Η αμπασιά στηριζόταν πάνω σε ένα επίσης σταθερό δοκάρι ξύλου που έμπηγαν στο χώμα. Για μεντεσέδες, έτσι ώστε να μπορεί να ανοιγοκλείνει, χρησιμοποιούσαν πάλι κλαδιά λυγαριάς, σύρματα, αλλά και τσέρκια λαμαρίνας από παλιά κρασοβάρελα ή άλλα που τους έδιναν οι σιδηρουργοί του χωριού.

Αμπασιά
Σχ.Ι.Μελισσουργός

Η αμπασιά εκτός από την κεντρική είσοδο του χωραφιού μπορούσε να αποτελούσε και την είσοδο π.χ, στο περιβόλι όπως στην φωτογραφία.

Πρεβόλι (περιβόλι) με αμπασιά
Φωτ.& σχ. Ι.Μελισσουργός


Το φάρδος της αμπασιάς ήταν διάφορο και είχε σχέση με τον τρόπο διέλευσης. Η κεντρική είχε πλάτος  που θα χωρούσε να περάσει ένα φορτωμένο ζωο, ενώ του περιβολιού ένας άνθρωπος με τα εργαλεία άντε και την τσιβέρα του  (ξύλινο καρότσι με σιδερένια ρόδα) για την μεταφορά κοπριάς ή και των προϊόντων του περιβολιού.

Γύρισα σχεδόν όλα τα χωράφια και ρώτησα όλους όσους ασκούν αγροτικές εργασίες όπως επαγγελματίες τρακτεριτζήδες εάν έχουν δει να υπάρχει ακόμη σε κάποιο χωράφι αμπασιά.

Δεν βρέθηκε τίποτα. Όλες οι αμπασιές (εμπασιές) έχουν διαλυθεί από τα τρακτέρ και τα άλλα γεωργικά μηχανήματα .

Έτσι για να σας δώσω ένα παράδειγμα κατασκεύασα μια ψηφιακή αμπασιά.

Σήμερα πολλά είδη τράφου και αμπασιάς έχουν αντικατασταθεί με άλλα υλικά όπως π.χ. σιδερένιους σκελετούς  και πλέγματα.

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου:Μαρία Μελισσουργού(Φιλόλογος)

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Γεώργιος Κωνσταντίνου Καραμανής(Κατσιμίδης) ο τελευταίος φύλακας της Αλυκής.




Μια μικρή Ιστορία.

˙Η Αλυκή μέσα από τον τελευταίο φύλακά  της.

Ο νεαρός τότε Γεώργιος Καραμανής του Κωνσταντίνου προσπαθώντας να καλυτερέψει τη ζωή του, όπως και πολλοί άλλοι Ναξιώτες, φεύγει μετανάστης στην Αμερική.



Ο παππούς Γιώργης

(Αρχείο Ι.Μελισσουργός)


Ο «Ορεινός Αξώτης» στο ιστολόγιό  του, καταγράφει για  τους «Ναξιώτες μετανάστες στην Αμερική από το 1900 έως το 1925» ότι δύο Αγερσανιώτες  με το ίδιο ονοματεπώνυμο κατάφεραν να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό. Ο ένας ονόματι Γεώργιος Καραμανής 29 ετών με το πλοίο «Oceania» φτάνει στην Αμερική την 24 Φεβρουαρίου 1911 και ο άλλος ετών 20 με το πλοίο «Ivernia» φθάνει στην Αμερική την 16 Αυγούστου του 1912.

Λόγω του ότι στον πίνακα δεν αναφέρονται τα πατρώνυμα δεν έχω τη δυνατότητα να προσδιορίσω ποιος εκ των δυο ήταν ο παππούς μου αλλά αυτό έχει δευτερεύουσα σημασία.

Ο θείος μου Κώστας Καραμανής, γιος του Γεώργιου Καραμανή, σε συζήτηση μας την 20η Σεπτεμβρίου 2016 επιβεβαιώνει το ταξίδι του παππού αλλά θυμάται λιγοστά από  αυτό, και αυτά από σπάνιες αφηγήσεις του ίδιου του παππού Γιώργη.

Κώστας Γ.Καραμανής(Κατσιμίδης)
(Αρχείο Αρτεμις Χίου -Αναγνωστοπούλου)

Παρατίθεται  ο διάλογος μας:

- Ο παππούς σου ήτανε στην Αμερική.

- Ποιος παππούς;

- Ο Γιώργης α…δεν τα ξέρεις. Πρέπει να συζητούμε για να μαθαίνεις περισσότερα.

- Πότε πήγε ο παππούς στην Αμερική πριν πάει στην Αλυκή;

- Πριν. Ο μπαμπάς μου είχε  πάει νεαρός, πριν πάει στρατιώτης.

- Θυμάμαι ότι είχε πάει ως φαντάρος στο μικρασιατικό πόλεμο (λόγω του ότι ήμουν μικρός τότε, δεν έχω συγκρατήσει πολλά από τα γεγονότα που  μου είχε αφηγηθεί ο παππούς).

-Είχε πάει στον πόλεμο το 1918 και 1920, πότε ήταν…Η πατρίδα τον ζήτησε και πήγε. 

Δεν ήτανε μόνο ο πατέρας  μου στην Αμερική.

Ήταν και ο «Ζιάννος» (παρατσούκλι βγαλμένο από τους Αγερσανιώτες) και  ο Καρεγλάς (παρατσούκλι «Κόπανος» από το Γλινάδο), καθώς και πολλοί ακόμη άνθρωποι που δούλευαν εκεί.        Όπως μου είχε πει λοιπόν ο πατέρας  μου τότε τους επιστράτευσε  το κράτος και επέστρεψαν στην Ελλάδα χωρίς να ξαναπάνε πίσω στην Αμερική.

-Θυμάμαι ότι κάτι μου είχε πει. Στην Αμερική όμως πως βρέθηκε θείε;

-Πήγανε για δουλειά. Η μάνα μου και η γιαγιά, το ξέρεις, ότι είχανε πάει ..

-Στην Κωνσταντινούπολη..

- Α!! Μπράβο!!

-Αυτό το θυμάμαι γι’ αυτό ήξερε και τα γαλλικά.

-Πήγε η γιαγιά μου η Μαρία να δουλέψει στην Πόλη γιατί ήτανε χρεωμένη η οικογένεια από  τα χωράφια που είχανε αγοράσει και τα οποία ήθελε να τα κατάσχει  το κράτος επειδή δεν είχανε χρήματα να πληρώσουνε το δάνειο.

Η γιαγιά η Μαρία όταν πήγε στην Κωνσταντινούπολη πήρε μαζί της και την μάνα μου και τη γιαγιά σου την Καλλιόπη. Την έβαλε εκεί σ’ ένα σχολείο και έτσι έμαθε και γαλλικά.

-Πολλά χρόνια έκατσε ο παππούς στην Αμερική;

-Ο μπαμπάς μου; Λίγα κάθησε. Το μόνο θυμάμαι από αυτά που μου είπε ήταν ότι το εργοστάσιο  είχε ένα μεγάλο προαύλιο και το αφεντικό που είχε το συνεργείο με τους εργάτες τους άφηνε να κάνουν μόνο 12 λεπτά διάλειμμα  για κολατσιό και ξεκούραση.

Στην αυλή λοιπόν υπήρχε ένα κομμάτι μάρμαρο και ήθελε  να δοκιμάζει τους πιο δυνατούς ανάμεσά τους.

Πολλοί επιχειρούσανε να σηκώσουνε ψηλά το μάρμαρο. Άλλοι το σηκώνανε λίγο πάνω από τη γη, άλλος το σήκωνε λίγο πιο ψηλά, άλλος πιο πάνω.

Τέλος πάντων κανένας δεν είχε καταφέρει να το σηκώσει στην ανάταση.

Λέγανε λοιπόν οι Έλληνες του Καρεγλά(Κόπανου) να σηκωθεί να πάει αλλά αυτός δεν πήγαινε .

Αφού αρνιότανε, τον σπρώξανε και πήγε προς το μάρμαρο αλλά ο εργολάβος του έγνεψε να φύγει μην πάθει καμιά ζημιά επειδή δεν του γέμιζε το μάτι ότι μπορεί.

Αφού τον είδε ότι έσφιγγε το ζωνάρι του  άρχισε να υποψιάζεται ότι για να τα κάνει αυτά  μπορεί και να τα καταφέρει.

Πιάνει λοιπόν το μάρμαρο το σηκώνει στην ανάταση και του δίνει και μια και πέφτει στο χώμα πίσω από την πλάτη του.

-Είχα ακούσει  ότι ήτανε πολύ δυνατός αυτός ο άνθρωπος.

 

O παππούς λοιπόν μετά από αρκετά χρόνια που ήταν φαντάρος και μετά από διάφορες ταλαιπωρίες στη Μικρασία γυρίζει στο χωριό, στον αγώνα του τόπου του και στην οικογένειά του. Λίγα χρόνια αργότερα προσλαμβάνεται ως φύλακας στην Αλυκή. 

Ο Θείος Κώστας αναφέρει στην ίδια συζήτηση:

-Ο παππούς πότε πήγε εκεί θείε θυμάσαι;

-Ο παππούς πήγε ως φύλακας στην Αλυκή το 1935. Εγώ ήμουν τότε  8  χρονών.

Από εδώ και πέρα αρχίζει μια νέα περίοδος στον τρόπο ζωής της οικογένειας  η οποία ήτανε ταυτισμένη με τη ζωή στην Αλυκή.

Ποια ήταν όμως η Αλυκή του τότε;

Η λιμνοθάλασσα της Αλυκής αλλά και οι γύρω από αυτήν  εκτάσεις αποτέλεσαν τον  18ο, 19ο και τον 20ο αιώνα μεγάλο κεφάλαιο για την οικονομία και την διατροφή όχι μόνον του Αγερσανιού, της Χώρας  και των λιβαδίτικων χωριών αλλά ίσως και του νησιού συνολικά.

Για το λόγο αυτό η εκμετάλλευση της παραγωγής αποτελούσε κρατικό μονοπώλιο με τα έσοδα του οποίου το ελληνικό κράτος αποπλήρωνε τα δάνεια που είχε πάρει από ξένες χώρες.

 

Δημοσιεύει πάλι ο «Ορεινός Αξώτης» στο ιστολόγιό του  με τίτλο «οι αλυκές της Νάξου και τα ακατάλληλα λιμάνια της στα 1700»

«Το 1700 ο περιηγητής Tournefort στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Κρήτη και τις Νήσους του Αρχιπελάγους» στο κεφάλαιο για τη Νάξο γράφει:

«…ο Ιωάννης Καμενιάτης, ο οποίος περιέγραψε την άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς το έτος 904, διηγείται πως ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε μαζί με άλλους στην Κρήτη σαν σκλάβος. Ο στόλος των Σαρακηνών που τους μετέφερε στην Κρήτη προσορμίσθηκε στη Νάξο για να απαιτήσει τον τακτικό φόρο υποτελείας, αλλά υπέφερε πολύ στο λιμάνι του Ιχθυοτροφείου (Ζωνταρίου) που σήμερα ονομάζουν λιμάνι των Αλυκών, στα δεξιά του λιμανιού του Κάστρου».

Στο λιμάνι των Αλυκών πιάνουν ακόμη πολλούς κέφαλους και χέλια χρησιμοποιώντας φράχτες από καλάμια που είναι δεμένα μαζί. Οι φράχτες διπλώνουν σαν τα παραβάν. Τους τοποθετούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα ψάρια που έχουν μπει από ορισμένες εισόδους να μην μπορούν να βγουν. Παρόμοιους μηχανισμούς αλλά πολύ μεγαλύτερους και πιο αποδοτικούς, χρησιμοποιούν στη διώρυγα της Μαρτίγκ της Προβηγκίας. Η εφεύρεση αυτή είναι πολύ παλαιά. Οι φράχτες των καλαμιών διατηρούνται επί μεγάλο διάστημα. Τους μεταφέρουν, όταν χρειασθεί, σαν τις περιφράξεις που φτιάχνουν για τις στάνες προβάτων.

Το δικαίωμα αλιείας, το τελωνείο και οι αλυκές της πόλης μισθώνονται στη Νάξο για 800 μόνο κορώνες . Αντιστοιχούν λοιπόν 12 – 15 μεζούρες αλατιού σε μια κορώνα και κάθε μεζούρα ζυγίζει 120 λίμπρες Γαλλίας.

Το λιμάνι των Αλυκών είναι ακατάλληλο για μεγάλα πλοία, όπως άλλωστε και τα άλλα λιμάνια του νησιού, που είναι όλα εκτεθειμένα στον βοριά ή στον «σορόκο».

Πως διαμορφώθηκε όμως η Αλυκή του σήμερα;

Η Αλυκή της Νάξου είναι ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος παράκτιος υδροβιότοπος των Κυκλάδων τόσο από άποψη βιοποικιλότητας και πληθυσμών όσο και από την σπανιότητα των πουλιών που βρίσκουν προσωρινό ή μόνιμο καταφύγιο στα νερά των 1000 στεμμάτων του.
Η λιμνοθάλασσα είναι ενταγμένη σε εθνικές και διεθνείς συνθήκες προστασίας, τις οποίες δυστυχώς ελάχιστοι σέβονται.

Εδώ αξίζει να γίνει μια αναφορά  για την διαδικασία αλλαγής του τοπίου της Αλυκής που έγινε τη δεκαετία του 1960 και που  μου  έχουν αφηγηθεί  οι συγχωριανοί μου.

Λέγεται λοιπόν ότι οι Αγερσανιώτες διαμαρτύρονται εντόνως στον αείμνηστο Αριστείδη Πρωτοπαπαδάκη να κλείσει το φράγμα γιατί η θάλασσα κατέστρεφε  τα χωράφια τους και τα έκανε ακατάλληλα για την παραγωγή της πατάτας καθώς  και των άλλων καλλιεργειών.

Δικαίως βέβαια γιατί η γεωργία ήταν τότε η μοναδική οδός επιβίωσης των Αγερσανιωτών και κάθε τετραγωνικό μέτρο ήταν  πολύτιμο.

Η απάντηση του Πρωτοπαπαδάκη στις πιέσεις λέγεται ότι  ήταν η εξής: «Θα την κλείσω αλλά μια ημέρα θα το μετανιώσετε».

(Φωτογραφικό αρχείο Στέφανου Κληρονόμου)


                                                          Πανοραμική άποψη της Αλυκής

                                                               (Φωτ.Ι.Μελισσουργός)


Αλυκή 2015
(Φωτ.Ι.Μελισσουργός)

 

Αλυκή 2016
(Φωτ.Ι.Μελισσουργός)


Επιστροφή στην περίοδο λειτουργίας του αλατοπηγείου.

 Απόσπασμα   από τη δημοσίευση του «Ορεινού Αξώτη» στις 4-12-2015.

 Διαβάζουμε στο Φ.Ε.Κ. με αριθμό φύλλου 108 της 14ης Μαΐου 1911 :

 «… περί εγκρίσεως των πρακτικών της επαναληπτικής δημοπρασίας περί πενταετούς εργολαβίας της καλλιέργειας και συλλογής των αλάτων της αλυκής Νάξου…έχοντας υπόψη τα πρακτικά της κατά την 5η Μαΐου ενεργηθείσας δημοπρασίας περί πενταετούς εργολαβίας της καλλιέργειας και συλλογής των αλάτων της αλυκής Νάξου , για την οποίο παρουσιαστεί μόνο ένας μειοδότης ο Αντώνιος Ιωαν. Δημητροκάλης , προσενεχθείς με τιμή 11,50 δραχμών τις χίλιες οκάδες παραδιδόμενου άλατος, εγκρίνουμε τα πρακτικά αυτής της δημοπρασίας και καλούμε τον παραπάνω Α. Δημητροκάλη, όπως συμμορφωθεί προς όλους τους όρους της οικείας διακηρύξεως .

 

Αθήνα 12 Μαΐου 1911

Ο υπουργός

Εμμ. Α. Μπενάκης»


Ήταν τόσο μεγάλη η διακινούμενη ποσότητα δε που γινόταν από οργανωμένο σωματείο.

«Στο Αγερσανί υπάρχει σωματείο Μεταφορέων Άλατος της Αλυκής Νάξου το οποίο μάλιστα κάνει απεργία για αύξηση της αμοιβής μεταφοράς. Το αίτημα γίνεται αποδεκτό από τον αρμόδιο Υπουργό ο οποίος ενέκρινε το ποσό που ζητήθηκε και ήταν 2 και 1/2 δραχμές κατά οκά αλατιού δηλαδή το 10% της αξίας του αλατιού όπως ήταν και προπολεμικώς σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Ναξιακό Μέλλον στις 15 Δεκεμβρίου 1945». Πηγή: Βιβλίο «ΑΓΕΡΣΑΝΙ – ΝΑΞΟΥ», σελ.141-143.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν το αλάτι ήταν σπουδαίο προϊόν και για το λόγο αυτό οι εγκαταστάσεις και η αποθήκευση έπρεπε να  φυλάσσονται από περιπτώσεις κλοπής ή φυσικών καταστροφών.

Ο Γεώργιος Κωνσταντίνου Καραμανής («Κατσιμίδης»), ο πατέρας της μητέρας μου, προσλαμβάνεται το 1935  φύλακας εκεί και  μάλιστα ήταν  ο τελευταίος γιατί μετά άλλαξε η κρατική πολιτική και όλα εγκαταλείφθηκαν.

Οι εγκαταστάσεις με το πέρασμα των χρόνων  εξαφανίστηκαν, το νερό γλύκανε και μετά η περιοχή αποξηράθηκε. Τα χαντάκια επίσης ξεράθηκαν και κάθε μορφή θαλάσσιας ζωής εξαφανίστηκε.

Απομεινάρι κτίσματος (καμάρας)
(Φωτ. Ι.Μελισσουργός)

 

Απομεινάρια κτισμάτων
Φωτ. Ι.Μελισσουργός)



Σήμερα η ύπαρξη του αεροδρομίου, το πρόσφατο ξερό τοπίο  και η παράνομη και απαράδεκτη ρίψη απορριμμάτων έχουν αφαιρέσει κάθε ίχνος της κάποτε έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ο «Κατσιμίδης» υπηρετεί νυχθημερόν ως φύλακας στην Αλυκή και η οικογένειά του χωρίζεται μεταξύ χωριού και Αλυκής. Τα κορίτσια, η Μαρία που είχε τη φροντίδα του σπιτιού και των μικρότερων αδελφιών και της λαλάς Μαρίας, η Άννα και η Φωτεινή, καθώς και ο γιος του Κώστας  μοιράζουν τη ζωή τους στο χωριό και στα κτήματα της οικογένειας,  και εκείνος μόνιμα  πια στην Αλυκή ενώ η γυναίκα του, η γιαγιά Καλλιόπη («Καλή»), πότε στο χωριό και πότε στην Αλυκή.



Η γιαγιά Καλή

(Φωτ.Ι.Μελισσουργός)


Αριστερά η γιαγιά Μαρία και δεξιά η γιαγιά Καλή στα νιάτα τους

(Αρχείο Ι.Μελισσουργός)


Αφηγείται ο θείος Κώστας:                    

-Και πήγε το 1935 ο παππούς και απλά ο παππούς φύλακας ήτανε ουσιαστικά.

-Φύλακας.

-Μου έλεγε η μητέρα μου ότι αυτή και οι θείες πηγαίνανε που και που στην Αλυκή αλλά η οικογένεια έμενε στο πάνω χωριό.

-Ναι μόνο η Άννα έμεινε μερικές μέρες και η συγχωρεμένη η γιαγιά Μαρία (μητέρα της γιαγιάς Καλής) ερχότανε εκεί και καθίζανε και έστελνε την θυγατέρα της,  τη μάνα μου στο χωριό τις καλές ωραίες ημέρες και τις γιορτές π.χ. των Χριστουγέννων και φρόντιζε το σπίτι και τα παιδιά.

Η γιαγιά (λαλά) Μαρία Καπρή

(Αρχείο Ι.Μελισσουργός)

Το σπίτι στο χωριό ήταν γονικό φαίνεται του Βασίλη του Καπρή /(ο πατέρας της γιαγιάς  Καλής)

-Ταλαιπωρίες…Πόσα χρόνια έκατσε ο παππούς στην Αλυκή  και πότε πήρε σύνταξη από εκεί;

-Τη σύνταξη πρέπει να την πήρε γύρω στο 1949 στα πρόθυρα του 1950.

Επίσης για να ξέρεις, ο παππούς πήγαινε και στην τράτα για ψάρεμα με τους Σέργηδες.

Η Αλυκή όμως, εκτός των άλλων συνδέθηκε και με τα έθιμα του χωριού και κυρίως της Καθαρής Δευτέρας όπου όλοι οι Αγερσανιώτες και πολλοί Χωραίτες, Γλιναδιώτες μαζεύονταν και διασκέδαζαν τρώγοντας τα θαλασσινά της  με τα υπόλοιπα σαρακοστιανά, το ντόπιο κρασί και χόρευαν με τους γλυκούς ήχους της τσαμπούνας των Εργηδων Γιώργη, Βασίλη και Βαγγέλη Πολυκανδριώτη και με την φιλοξενία του  οικοδεσπότη Γιώργη Καραμανή («Κατσιμίδη»).

Μια Καθαρή Δευτέρα στην Αλυκή

(Αρχείο Ι.Μελισσουργός)


Ζήτησα από το θείο επί τη ευκαιρία να μου πει, αν θυμάται, πως γινότανε η παραγωγή του αλατιού γιατί πολλοί πιστεύουν ότι το αλάτι δημιουργείται από την εξάτμιση του αλμυρού νερού και μόνο.

Θα παραθέσω την αφήγησή του αν και το κύριο θέμα δεν είναι η παραγωγή και συγκομιδή του αλατιού της Αλυκής:

-Τότε χτίστηκε και η καμάρα (δηλαδή το 1935 που πήγε ο παππούς);

(Σημ.: Καμάρα ήταν το κτίριο διαμονής του φύλακα και δίπλα το κτίριο των μηχανολογικών εγκαταστάσεων.)

-Ήτανε το κτίριο.

-Ητανε άλλος πριν εκεί;

-Θα σου πω. Υπήρχε κάποιος που δεν  ήτανε δηλαδή τεχνίτης εκπαιδευμένος αλλά ήξερε τη διαδικασία.

Ήτανε ο μπάρμπα Γιώργης που λέγανε.

-Αγερσανιώτης ήταν αυτός;

-Αγερσανιώτης.

-Από ποια οικογένεια ήτανε αυτός;

-Την οικογένεια του δεν την γνωρίζω αλλά ήτανε Αγερσανιώτης.

-Άρα, ήτανε κτισμένο το αλατοπηγείο και η καμάρα.

-Εν πάση περιπτώσει αυτός το έπηζε  το αλάτι, το μαντρώνανε  και στη συνέχεια το κουβαλούσανε κάτω στις Ασκέλες (περιοχή του χωριού στην Αλυκή), εκεί που ήτανε ένας κέδρος και ήτανε του «Σακκουλά» (παρατσούκλι του γερο Αρτέμη Αρτσάνου) και το σωριάζανε.

Το μεταφέρανε οι εργάτες  στους σωρούς μέσα σε τζιμπίλια στην πλάτη. 

Μεταξύ των εργατών θυμάμαι και τον Γιάννη Καπρή («Καπιρογιάννη») που δούλευε για αρκετό διάστημα όπως και άλλοι από το χωριό μας.

Μετά σταμάτησε η παλιά διαδικασία με τον Αγερσανιώτη που είπαμε παραπάνω , και ήρθε ο Σινασκέρης μέσα και τότε κατασκευάστηκαν  οι γούρνες αυτές (αυλές) και ο μύλος. 

-Ο Σινασκέρης ήταν από τη Χώρα;

-Αυτός ήτανε Μικρασιάτης με επώνυμο Σινασκέρης.

-Και αυτός το εκσυγχρόνισε έβαλε μύλο κι έφτιαξε αυλές;

-Αυτός δεν ξέρω αν τα ‘φτιαξε γιατί και το σπίτι ήτανε αλλά αυτός ήτανε τεχνίτης που είχε σπουδάσει τη δουλειά.

Αυτός λοιπό είχε  γράδο και γραδάριζενε το νερό. Υπήρχαν καζάνια και το έπαιρνε  το νερό από την Αλυκή και μετέφερε  στο καζάνι.

Όταν το νερό έπαιρνε μια ορισμένη θερμοκρασία το έβαζε σε ένα άλλο και το ανέβαζε σε μια άλλη θερμοκρασία και μετά το διοχέτευε  σε μια αυλή που ήτανε δίπλα .

Στη συνέχεια πρόσθετε άλλο νερό σιγά σιγά και το νερό έπηζε  και έτσι γινότανε το αλάτι.

-Δεν γινότανε από τον ήλιο που εξάτμιζε το νερό και έμενε το αλάτι;

-Όχι, τεχνικά γινότανε και έβγαινε αλάτι χοντρό που με τσεκούρι κοβότανε σε κομμάτια σε ορισμένες αυλές.

Πρόσφατα ο θείος μου είπε και για την κλοπή του αλατιού που κάνανε μερικοί τις νύχτες από τους σωρούς του αλατιού που ήτανε έτοιμοι για  να μεταφερθούν με τα ζώα  στη Χώρα στο Μονοπώλιο.

-Άκου να σου πω και αυτό. Τη νύχτα παραφυλάγαμε γιατί πηγαίνανε μερικοί και κλέβανε το αλάτι  και το πουλούσαν παράνομα. Άλλες φορές φορές το πουλούσανε σε ανθρώπους που το χρειάζουντανε για κάποιες συντηρήσεις πχ τροφίμων και άλλες φορές το μεταφέρανε στην περιοχή της Πλάκας τη νύχτα που τους περιμένανε καίκια από την Πάρο την Νιό και την Αμοργό και τους το πουλούσανε. Τη μια βραδιά φύλαγε ο παππούς ο Γιώργης και την άλλη εγώ. Μας είχε  δώσει ο  αδελφός της γιαγιάς Καλής, ο Γιάννης ο Καπρής («Κοτρώνης»), μια καραμπίνα και την είχαμε  για τη φύλαξη και προστασία.

Μια βραδιά λοιπόν καθώς έκανα περιπολία προς τους σωρούς του αλατιού και στις αυλές με ένα καλό ραβδί παίρνω χαμπάρι τη σκιά ενός ανθρώπου.

Πάω σιγά και κοντά και βλέπω ένα άνθρωπο που ήτανε σκυμμένος και μάζευε  αλάτι. Ήταν πολύ απασχολημένος και δε με πήρε χαμπάρι.

Την ώρα που σηκώνω το ραβδί να τον χτυπήσω πάτησα στην άκρη ενός αυλακιού και παραπάτησα προς τα πίσω και τη γλύτωσε.

Ευτυχώς που έγινε έτσι και δεν τον χτύπησα τον άνθρωπο γιατί θα τον  σκότωνα οπωσδήποτε.

-Μα γνώρισες  μπάρμπα ποιος ήτανε;

Τον γνώρισα και θα σου πω, αλλά δεν θα το πεις πουθενά. Είναι βέβαια πεθαμένος σήμερα ο άνθρωπος αυτός.

Οι περισσότεροι βέβαια που κάνανε αυτή τη δουλειά ήτανε Αγερσανιώτες.

Ο παππούς Κατσιμίδης μετά τη σύνταξη έζησε ειρηνικά για πολλά χρόνια με τη γιαγιά Καλή στο απάνω χωριό και στα πολύ γεράματα στην Αρακοπούλα παίζοντας την αγαπημένη του πρέφα στα καφενεία του κάτω χωριού.

Μια μικρή δική μου συνεισφορά στην μνήμη του.

Σημ.: Στην πρώτη ανάρτηση είχα μεταφέρει αυτούσια την αφήγηση του θείου Κώστα για να προσδώσω αυθεντικότητα στην αφήγηση.

Επειδή όμως η αφήγηση ήταν στην αγερσανιώτικη διάλεκτο και αρκετοί δεν θα καταλάβαιναν πολλές από τις λέξεις με αποτέλεσμα να χάσουν το νόημα και την συνέχεια της αφήγησης, αποφάσισα να την μεταφέρω στη σημερινή καθομιλουμένη.


 Φιλολογική Επιμέλεια Κειμένου:Μαρία Μελισσουργού(Φιλόλογος)