Σάββατο 3 Απριλίου 2021

Γεωγραφία Νεωτερική-Ἀξιᾶ

Ἡ χάρτα τοῦ Ρήγα

Ἀντί προλόγου.

Τό 1791 οἱ Δανιήλ Φιλιππίδης καὶ ὁ  ἐξάδελφός του Γρηγὸριος Κωνσταντάς ,οι ἐπωνομαζόμενοι καὶ  Δημητριείς κυκλοφορούν τὸ σπουδαὶο ἔργο για τὴν ἐποχή του, τὴν «Γεωγραφὶα Νεωτερικὴ.»

Ἡ Νεωτερικὴ Γεωγραφὶα μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ στὸν  ἲδιο χῶρο ,στὸ ἲδιο πνευματικὸ κλὶμα ποὺ ἒδωσε τό  Ὑπὸμνημα τοῦ Κοραὴ (1803) ἢ τήν  ῾Ελληνική Νομαρχία (1806).

Ἡ σύνθεση τοῦ βιβλίου πραγματοποιείται χρονικά μέσα στήν ἔκρηξη τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης ὁπού τᾶ πᾶντα συζητιοῦνται κρίνονται και ἀμφισβητοῦνται .

Ἡ Γ.Ν. τοποθετεῖται ἀνάμεσα στα κείμενα του νεοελληνικοῦ στοχασμοῦ.

Τὸ σπουδαίο αὺτὸ ἒργο χρησιμοποιὴθηκε ἐκτός των ἄλλων και ἀπὸ τοὺς περιηγητὲς ποὺ περιόδευσαν στὴν Ἑλλὰδα τὰ μεταγενὲστερα χρὸνια,ὂπως τοὺς  Pouqueville, Leake, Henry Holland, J.B. Hobhouse ,ἀκὸμη καὶ τὸν Byron.

Παρατίθεται ὁλόκληρη και ὡς ἔχει ἡ ἀναφορά της για τή Νάξο.

Περὶ τῆς Ἀξιᾶς(Κυκλὰδος)

Αὐτὴ ἡ νῆσος ὁποὺ ἐλέγουνταν τὸ παλαιό Νὰξος,γυρὶζει κοντά 35 λὲγαις καὶ εἶναι ἡ μεγαλὺτερη,ἡ εὐφορώτερη καὶ ὀμορφότερη ἀπὸ ὃλαις ταῖς Κυκλὰδες.


Ἐκεῖνα ὁποὺ κὰμνουν τὴν Ἀξιὰ περὶφημη,τὰ πρῶτα εἰναι τὸ ὓψος τῶν βουνῶν της,τὸ πλῆθος τὰ μὰρμαρα ὁποὺ εὐγαὶνουν,ἡ ὀμορφὰδα τῶν πεδιὰδων της,τὸ πλῆθος τῶν κὴπων της,γεμὰτων ἀπὸ κὰθε λογῆς κὰρπιμα δὲνδρα,τὰ δὰση των ἐλιῶν , πορτοκαλιῶν, λεἲμονιῶν, κιτριῶν, συκαμιῶν,ροδιῶν και τ.

Ὃλα αὐτὰ τὰ καλὰ της τὴν κὰμνουν νὰ εἶναι βασὶλισσα τῶν Κυκλάδων· ἑκεῖνο ὃμως ὁπού κὰμνει νὰ μὴν ἀκμὰζῃ ἡ πραγμάτεια εἰς αὐτὴν ,εἶναι ἡ στὲρηση καλοῦ λιμὲνος,καὶ ἡ ἀναξιὸτης τὼν κατοὶκων της ἐκδεδιῃτημὲνων ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τοῦ νησιοῦ τους.

Ἡ Νὰξος μ΄ ὃλον ὁποὺ εἶναι ἀλὶμενη ,ἐστὰθηκε  ποτὲ μια δημοκρατὶα πολλὰ δυνατὴ,καὶ ἐθαλασσοκρατοῦσε εἰς τὸν καιρόν ὁποὺ  οἱ Πὲρσαι πέρασαν εἱς το Αἰγαὶο πὲλαγος· ἐξουσὶαζε τὴν Πὰρο καὶ τὴν Ἂνδρο.Εἰς τὸν Πελοποννησιακὸ πὸλεμο ἡ Νὰξος ἦταν μὲ τοὺς Ἀθηναὶους· ὓστερα ἐπὲρασε κ’ αὐτὴ εἰς τὴν ἐξουσὶα τῶν Ρωμὰνων· μετὰ τὴν μὰχη τῶν Φιλὶππων ὁ Ἀντὼνιος τὴν ἒδωκε εἰς τοὺς Ροδὶους, καὶ μ` ὀλὶγο ὓστερα τοὺς τὴν ἐπῆρε· ὓστερα ἐπὲρασε εἰς τὴν ἐξουσὶα τῶν Ρωμαὶων.

Μετὰ τὴν ἂλωση τῆς Κωνσταντινουπὸλεως ἀπὸ τοὺς Λατὶνους,Σανοὺδος ἂρχοντας Βενετζιὰνος τὴν ἐπῆρε μαζὶ μὲ ταῖς ἂλλαις,τὴν Πὰρο δηλαδὴ, Ἀντὶπαρο, Σὶφνο, Πολὺκανδρο,Ἀνὰφη,Νιὸ καὶ Σαντορὶνη·καὶ εἶχε τὴν καθὲδρα του εἰς τὴν Νὰξο· ὁ αὐτοκρὰτωρ Ἒρρικος τὸν ἒδωκε νὰ λέγεται δοὺκας τοῦ Αἰγαὶου πελάγους,καὶ πρὶγκιπας τῆς αὐτοκρατορὶας.

Κυκλάδες

Οἱ πρῶτοι τώρα εἰς τὴν Ἀξιὰ ὀνομὰζονται ἐπίτροποι ,καὶ αὐτοὶ διοικοῦν τὸ νησὶ· εἶναι τρὸπον τινὰ ὡς κεφαλαῖς μιᾶς δημοκρατὶας ,καὶ ἒχουν ἐξουσὶα νὰ παιδεύσουν κάθε ἓνα ὁποὺ ἢθελε ἀτακτὴση,μὲ κὰθε παιδεὶα ἒξω κεφαλικὴ.Οἱ Ἀξιῶται οἱ περισσὸτεροι εἶναι Ἀνατολικοὶ,οἱ ἐπὶλὸιποι Λατῖνοι ,καὶ ἒχουν καὶ οἱ δυὸ τοὺς ἀρχιερεῖς τους,καὶ ἓνα ἂσπονδο μῖσος ἀναμεταξὺ τους,θὲλωντας κὰθε ἓνας νὰ εἶναι ὁμόθρησκος κὰθε ἂλλος μὲ λὸγου του.Οἱ Ἀξιῶτες γενικὼς ὃλοι κατηγοροῦνται διὰ πολλὰ ἐλαττὼματα·εἰς τὰ ἢθη τους εἶναι ὃλοι χωριὰται ,ἀνὰξιοι οἰκονὸμοι,ἀνὰξιοι εἰς τὴν θὰλασσα·τὸ νησὶ τους μὲ ὃλον ὁποὺ εἶναι ἀλὶμενο,ἠμποροῦσε μ’ ὃλον τοῦτο νἆναι μητρὸπολι τῶν Κυκλάδων καὶ Σπορὰδων νὴσων διὰ τὸ μὲγεθὸς του καὶ τά φυσικά καλά ὁποὺ ἒχει,μὰ ὃταν οἱ Νὰξιοι εἶναι ἀνάξιοι,τὶ προσμένεις ἀπό τή Νάξο.

Κοντά εἰς ταῖς κοιναῖς κακίαις οἱ πρῶτοι Νάξιοι ἒχουν και τούς καπνούς τῆς εὐγενείας,και ἂλλοι ἀνεβάζουν τὸ γὲνος τους ὤς τόν Ἰουστινιανό ,ἄλλοι ὤς τούς Παλαιολόγους και τ. Ἡ Ἀξιά μ’ ὅλον ὁπού εἶναι τόσο μεγάλη ,και τέτοια καλή ,εἶναι ὅμως πολλά ὀλίγο κατοικημένη · μόλις ἔχει λέγουν,8 χιλιάδες κατοίκους.  Ἡ Τῆνος συγκρινόμενη με την Ἀξιά  δεν εἶναι τίποτες,οἱ Ἀξιῶται πάλιν συγκρινόμενοι με τούς Τηνιακούς δεν εἶν’ τίποτες.

Εὐγαίνει ἀπό την Ἀξιά κριθάρι,κρασί,σῦκα,βαμπάκι,μετάξι,λάδι.Τό ὑψηλότερο βουνό ὀνομάζεται Δία,το ἄλλο Κορονίς ἀπό τή νύμφη Κορωνίδα,τροφό τοῦ Βάκχου·ἐπειδή  οἱ παλαιοί  Νάξιοι ἔλεγαν πώς εἰς τό νησί τους ἀνατράφηκε αὐτός ὁ θεός ὁ ἔφορος τῶν μπεκρίδων. Εἰς τά νομίσματά τους οἱ παλαιοί Νάξιοι εἶχαν γλυφή ἀπό τό ἕνα μέρος τό πρόσωπο τοῦ Διονύσου γενάτου,και ἀπό το ἄλλο μέρος,ἕνα σειληνό με ἕνα μπουκάλι στο χέρι.Φαίνεται ἀκόμι και το σπήλαιο ὁποὺ λέγουν πώς οἱ Βάκχαις  ἑώρταζαν τά Ὄργια.

Ἡ Ἀξιά ἔχει ἀκόμι και μέταλλα χρυσοῦ,και ἀσιμιοῦ.

Ἡ πόλι ἡ μητρόπολι τοῦ νησιοῦ ὁπού εἶναι ὀμώνυμη μέ αὐτὸ ,εἶναι εἰς το δυτικό μέρος ἀντικρύ εἰς την Πάρο,και ἔχει και ἕνα κάστρο κτῖσμα τοῦ πρώτου δουκός·μέσα εἰς αὐτό κάθονται ὅλο Λατῖνοι ,οἱ Ἀνατολικοί ὁπού εἶναι πολλά περισσότεροι ἐκτείνονται ἀπ’ αὐτοῦ  ἔως εἰς την θάλασσα . Οἱ εὐγενείς   ἔχουν πύργους εἰς τούς ἀγρούς ,και διατρίβουν συχνά εἰς αὐτούς· 

Υ.Γ. Οἱ  χάρτες εἰς τό κείμενο εἶναι δική μου τοποθέτηση.

 

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Απόκριες στο Αγερσανί μιας άλλης εποχής !!

 


Η  εργασία της  Φιλολόγου Φιλίππας Καραμπάτση το 1968 με θέμα «Λαογραφική Συλλογή εκ  του  χωρίου Άγιος  Αρσένιος Επαρχία Νάξου πού  έχει αναρτηθεί στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη ΠΕΡΓΑΜΟΣ του Πανεπιστημίου Αθηνών,στις σελίδες 126-129 αναφέρει για την περίοδο των Αποκριών τα παρακάτω:

    *    «Από την Κυριακή του Τελώνη που ανοίγει το Τριώδι μέχρι την Καθαρή Δευτέρα οι χωριανοί το ρίχνουνε λίγο έξω.Τρώνε καλά φαγητά και γλεντούνε.

Τις μέρες αυτές μασκαρεύονται και τριγυρνάνε στα σπίτια.Μασκαρεύονται σατανάδες, γάιδαροι,ψαράδες,γαμπροί και νυφάδες αλλά μασκαρεύονται και κορδελλάτοι (οι άντρες) και κορδελλάτισσες (οι γυναίκες).


Αρχείο Μαρίας Τολάκη

Την  Τσικνοπέμπτη τσικνώνουνε τα φαγητά των.Τηγανίζουνε συκώτια και κρέατα και κάνουνε ομελέτα με αυγά,γάλα,άνιθο και αλεύρι.

Την Κυριακή της Κρεατινής ντύνονται κορδελλάτοι  μόνο οι άντρες.Φορούνε στη μέση γύρους κεντητούς και από πάνω ένα πουκάμισο άσπρο.


Αρχείο Αρτεμις Αναγνωστοπούλου
(περίπου 1960-1962)


Αρχείο Ευαγγελίας Δημητροκάλλη

                                                      
** Αρχείο Δήμητρας Ε.Κάβουρα
(1995)

Όλο το πουκάμισο και ο γύρος είναι σκεπασμένα με χρωματιστές ταφταδένιες κορδέλλες και άλλα στολίδια.

Την Κυριακή της Τυροφάγου ντύνονται τα κορίτσια.Και αυτά φορούνε γύρους με μπόλικες κορδέλλες χρωματιστές.Φορούνε και στα κεφάλια ωραίες ψάθες(καπέλα) στολισμένες με λουλουδάκια και χρυσές κλωστές.

Αρχείο Ε.Πολυκρετη
(περίπου 1961-1962)


Αρχείο Δήμητρας Ε.Καβουρα
(1965)

Τη βδομάδα της Τυροφάγου κάναμε μακαρόνια άσπρα με τυρί και τρώμε.Τα μακαρόνια τα φτιάχνουμε μόνοι μας με ζύμη.Φτιάχνουμε τη ζύμη μέσα σε σκάφη.Μετά τη βάζουμε πάνω σε μια πιατέλα, την κόβουμε με το μαχαίρι λίγη-λίγη και την κάνουμε σφόγια.Πλάθουμε την ανοίγουμε στο τραπέζι και όταν στεγνώσει την κόβουμε ψιλή-ψιλή σε μακαρόνια και τα ξεραίνουμε στον ήλιο.

Την βδομάδα αυτή τρώμε τυρί και πίνουμε και γάλα.

Την Κυριακή της Τυροφάγου δίνουμε άσπρα μακαρόνια και ρυζόγαλο που φτιάχνουμε στις όρνιθες για να γεννούνε πολλά αυγά.

Την Καθαρή Δευτέρα σηκωνόμαστε πρωί πρωί και ξεθερμίζουμε (καθαρίζουμε).Καθαρίζουμε τα κιούπια μας,τα μεθύρια και όλο το σπίτι.

Μετά παίρνουμε ένα ντουρά με ελιές,κρεμμύδια και ψωμί και τραβάμε για έξω από το χωριό.

Πρώτα που ήτανε η Αλυκή και είχε θαλασσινά τραβούσαμε κατά κει.

Εκεί μαζευότανε όλο το χωριό.Παίζαμε dουμπάκι και dζαμπούνα και χορεύγαμε.Λέαμε καλαμπούρια και ένα σωρό τραγούδια.Ερχόντουσαν και πολλοί μασκαρεμένοι και μας κάνανε και γελούσαμε.

Ψαρεύαμε θαλασσινά,αχοιβάδες,καβούρια,αχινούς και στρωνόμαστε στο φαγοπότι.

                                                           Αρχείο Ι.Μελισσουργός
                                                                  (περίπου 1956)                          


Μέχρι αργά το βράδυ ήμαστε εκεί και μετά όλοι μαζί πηγαίναμε με τραγούδια και χορούς στο χωριό.

Με τις μασκαράδες και το γλέντι της Καθαρής Δευτέρας σταματούσαμε τα γλέντια για όλη τη Σαρακοστή μέχρι το Πάσχα

 ¨ Υπαγόρευσε ο  Εμμανουήλ Κάβουρας και η Κυριακή Κάβουρα.¨

Προσθέτω και τις δικές μου αναμνήσεις.

Μοσκάροι(μασκαράδες) στο χωριό ντυνόντουσαν από την αρχή του Τριωδίου έως και το τέλος των αποκριών.Μοσκάροι γινόντουσαν κυρίως τα αγόρια και οι άντρες ενώ υπήρχαν και οι εξαιρέσεις από μερικά κορίτσια και μεγάλες γυναίκες που ήταν και πιο αστείες από τους άντρες.

Αρχείο Αρτεμις Αναγνωστοπούλου

Όσοι  μασκαρεύονταν χρησιμοποιούσαν κάθε είδους ρουχισμό και εξοπλισμό που υπήρχε διαθέσιμος  στο σπίτι, από τα ρούχα  του παππού (βράκες,πουκάμισα, σοκάρδια ζωνάρια, κάλτσες και φέσια),της γιαγιάς(φουστάνια,ποδιές,μαντήλια,κάλτσες),της μάνας και του πατέρα τα παλιά ή τα σκολιανά ρούχα,γαμπριάτικα,νυφικά ρούχα,γραβάτες και καπέλα του πατέρα δε και τα στρατιωτικά ρούχα.Ανάλογα με τα ρούχα, έπαιρναν τα χαρακτηριστικά  του γέρου ,της γριάς,του γαμπρού,της νύφης, του φαντάρου ή του ναύτη κλ.π. ενώ κάποιοι κατόρθωναν να εξοικονομήσουν ρούχα διάφορων επαγγελμάτων όπως  του παππά του χωροφύλακα του γιατρού της νοσοκόμας κ.α.

 

Αρχείο Ι.Μελισσουργός
(περίπου 1953)

Αρχείο Αρτεμις Αναγνωστοπούλου

Στο κεφάλι φορούσαμε μουτσούνα (μάσκα) που κατασκευάζαμε  εμείς  οι ίδιοι.
Χρησιμοποιούσαμε μουτσούνα  από χαρτόνι. Το χαρτόνι αυτό ήταν μια καρτέλα μπαχαρικών που  την  βρίσκαμε στα μπακάλικα του χωριού και μας το έδιναν (σε εμένα ο Στάθης ή η Σοφία Ρεφενέ) αφού τελείωναν τα φακελάκια με τα μπαχαρικά (κανέλλα ή πιπέρι) που ήταν καρφιτσωμένα πάνω τους.

Σχεδιο Ι.Μελισσουργός

Άλλοι  πάλι έφτιαχναν μουτσούνες από χαρτοσακούλες με αλευρόκολλα. 

Το σχήμα της μουτσούνας ήταν κωνικό όπως φαίνεται στο σχήμα.Ανοίγαμε τις τρύπες και τη βάφαμε ο καθένας με το γούστο του χρησιμοποιώντας κάρβουνο ή ξυλομπογιές.Ενα λάστιχο ή σπάγκος για κράτημα στο κεφάλι και εντάξει.

Γυρίζαμε τα σπίτια του χωριού και πειράζαμε τους νοικοκυραίους που μερικές φορές μας κερνούσαν ότι είχε ο καθένας. Τη μάσκα τη βγάζαμε μόνο στο σπίτι κάποιου μέλους της παρέας.

Ο μόσκαρος πολλές φορές πέραν από τα σύνεργα του επαγγέλματος που υποδύονταν κρατούσε ή ένα ραβδί ή ένα ξύλο που στο πάνω μέρος ήταν στερεωμένα τα οστά  μιας γαιδουροκεφαλής που όταν τράβαγες ένα εσωτερικό σπάγκο ανοιγόκλεινε το στόμα της. Αυτό το σύνεργο το φοβόντουσαν συνήθως τα μικρά παιδιά του σπιτιού. Έτσι λοιπόν δημιουργούνταν συνεργεία-ομάδες μασκαράδων είτε από την ίδια γειτονιά είτε συγγενών που ξεχύνονταν στα σπίτια του χωριού πειράζοντας με λόγια ή μιμήσεις τα μέλη της οικογένειας.

Πολλές φορές τα πράγματα ξέφευγαν επειδή μερικοί μασκαράδες, παιδιά μεγάλης ηλικίας κυρίως χτυπούσαν «αστειευόμενοι» με το ξύλο που κράταγαν τους νοικοκυραίους με αποτέλεσμα να υπάρχουν παρεξηγήσεις και μαλώματα αν τους έπιναν μέσα στο σπίτι τους αφού βεβαίως τους ανάγκαζαν να βγάλουν τη μουτσούνα τους.Σε διαφορετική περίπτωση τους κυνήγαγαν και στο δρόμο.

 Μου αφηγείται ο Στέλιος Κυριάκου Δημητροκάλλης (ο Στέλιος  του Κυριάκαρου):«Κοπελάκια 10 ή 11 χρονώ παέναμενε στα σπίτια μοσκάροι και πειράζαμε τον κόσμο  μες  το σπίτι ντου με σκανταλιές.Από τσι σκανταλιές θυμάμαι ότι μια φορά  ο  Σορώκος  μας έβαλενε όταν θα φεύγαμενε από το σπίτι του γερο Σακουλά  αφού έβγομενε όξω όλοι για να μη μας επιάσουνε να αφήκομενε την πόρτα ανοιχτή και ο τελευταίος να πετάξει μέσα στο μαγκάλι μια κόκκινη πιπεριά, που μας έδωκενε,  και να φύει γλήορα.Η πιπεριά ήτανε καφτερή και μόλις την πεταξαμενε οι αθρώποι αρχίσανε τα φτερνίσματα.Η κόρη ντου η Φλουρή μας ήπηρενε στο κυνήγι μέχρι το γιοφύρι.»

Οι αποκριές κορυφώνονταν με τους κορδελάτους και τους μασκαράδες  και τα γλέντια όπως περιγράφονται  στην μελέτη της Φιλίππας.

Αρχείο Νίκου Μαργαρίτη(Κόμπου)

Αρχείο Ι.Μελισσουργού

                                                           Αρχείο Σταύρου Σπηλιάκου

Αρχείο Νίκου Μαργαρίτη(Κόμπου)

Το δρώμενο της αρκούδας άρρηκτα συνδεδεμένο με την παράσταση των κορδελλάτων.

΄Ολο το χωριό συγκεντρώνονταν τότε στο κάτω χωριό στο δρόμο της εκκλησίας και στην πλατεία του καφενείου του Γιώργη του Ρεφενέ(Μάρτσινα) όπου χόρευαν και πείραζαν ο ένας τον άλλο και πολύ αργότερα μέχρι και σήμερα στο προαύλιο της εκκλησίας.Μετά το πέρας του γλεντιού στο χωριό η συνέχεια δίνονταν με επίσκεψη των κορδελλάτων του χωριού και πολλών κατοίκων  στο Γλινάδο και στις Τρίποδες οι κορδελλάτοι των οποίων ανταπέδιδαν την επίσκεψη.

Αρχείο Νίκου Μαργαρίτη(Κόμπου)
Πορεία προς Γλινάδο

Αρχείο Νίκου Μαργαρίτη(Κόμπου)
Πορεία προς Τρίποδες


Το χωριό γλένταγε μέχρι αργά το βράδυ πίνοντας και χορεύοντας με τη γλυκιά dζαμπούνα των ‘Εργηδων στην αρχή του μπάρμπα Γιώργη και μέχρι πρόσφατα του Βασίλη του Πολυκανδριώτη και του αδελφού του Βαγγέλη που εγώ δεν μπορώ να διαχωρίσω επουδενί από τα δρώμενα των αποκριών,Κορδελλάτων και Καθαρής Δευτέρας.

Αρχείο Νίκου Γ.Μαργαρίτη(Κόμπου)

** Αρχείο Ι.Μελισσουργού
(2006)





Όταν πλέον η Αλυκή σταμάτησε να αποτελεί πόλο έλξης της διασκέδασης των αγερσανιωτών την Καθαρή Δευτέρα,τη θέση της πήρε η περιοχή του Τυροκομείου,αργότερα οι παραλίες της Αγίας Αννας,της Πλάκας και του Αγίου Προκοπίου και πρόσφατα οι ταβέρνες των περιοχών αυτών με βιολιά και την ηχηρή σιωπή της τζαμπούνας του Βασίλη του Εργη.



* ψηφιοποίηση χειρόγραφου Φιλίππας Καραμπάτση:Ι.Μελισσουργός

**  ψηφιοποίηση και προσαρμογή βίντεο :Ι.Μελισσουργός


Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Τράφοι και αμπασιές στο Αγερσανί

 



Τράφος

Πηγή: https://www.periergos.gr/erotiseis/ti-einai-o-trafos

Ο τράφος, καμιά φορά και η τράφος, είναι μια λέξη του αγροτικού λεξιλογίου και έχει πάρει πολλές σημασίες. Η αρχική σημασία είναι «το χαντάκι» και από εκεί καταλαβαίνουμε και την ετυμολογία της λέξης, ότι προέρχεται από την τάφρο, με μετάθεση.

Τον όρο τον συναντάμε στην ελληνική λογοτεχνία. Στη μονομαχία του Διγενή με τον Χάροντα, «Όπου χυπάει ο Διγενής το αίμα αυλάκι κάνει / και όπου χτυπάει ο Χάροντας το αίμα τράφο κάνει». Με την ίδια σημασία στον Παλαμά: «Βαλτόνερα, θολά νερά και τράφοι / και πνιγμένη στ’ ακάθαρτα η καρδιά μου».

Κατ’ επέκταση, τράφος είναι το ανάχωμα κατά μήκος χαντακιού (τάφρου) που δημιουργείται από το χώμα που έχει εκσκαφθεί. Και από εκεί στις Κυκλάδες και στη Μάνη, τράφος είναι η κατακόρυφη πλευρά στη γη που καλλιεργείται με αναβαθμίδες και, κατά άλλη μια επέκταση της σημασίας στις Κυκλάδες και στην Κρήτη, τράφος είναι ο χαμηλός λιθόκτιστος τοίχος χωρίς κονίαμα, η ξερολιθιά. Τράφοι όμως λέγονται και οι φυσικοί ανεμόγλυφοι σχηματισμοί της Σαντορίνης.

Στο Κακό συναπάντημα του Κονδυλάκη, ο Σηφογιάννης τις γιορτές έκανε μόνο λαφριές δουλειές, π.χ. «διόρθωνε κανένα τράφο που ΄χε χαλάσει». Και στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη, ο ποταμός «ρίχνει τους λασπερούς που σήκωναν οι νοικοκύροι τράφους για να χωρίσουν τα χωράφια τους».

 

Τράφο  στο Αγερσανί ονομάζουμε  τον φράχτη που χωρίζει το ένα  χωράφι (κτήμα) από το άλλο  ή και το χωράφι (κτήμα) από τον δρόμο ανεξαρτήτως του είδους των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του.

Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Ο διαχωρισμός του ενός κτήματος από το άλλο ήταν απαραίτητος αποκλειστικά για να διαχωρίζεται η ιδιοκτησία των Αγερσανιωτών μεταξύ τους με σκοπό την προστασίας της ,είχε όμως και παράλληλη χρησιμότητα και στο να απαγορεύει την πρόσβαση των ζώων από το ένα χωράφι στο άλλο και αυτό ήταν κάτι που ενδεχομένως θα έβαζε σε κίνδυνο την παραγωγή του διπλανού χωραφιού ή π.χ. του διαχωρισμένου τμήματος του κτήματος.

Σε μερικές περιπτώσεις ο πυκνός και γερός τράφος ήταν επιβεβλημένος για να μην μπαίνουν σκέψεις επέκτασης της γης του γείτονα ή και επειδή ήθελαν να προφυλάξουν τα ζα από το «κακό μάτι» του γείτονα.

Πολλές φορές οι Αγερσανιώτες χώριζαν με τράφο το ίδιο τους το χωράφι σε κομμάτια για να μπορούν να διαχειρίζονται διαφορετικές παραγωγές.

Δηλαδή στο ένα τμήμα θα έβαζαν κριθάρι, στο άλλο πατάτες ενώ σε ένα τρίτο τοποθετούσαν τα ζώα τους παλουκωμένα ή μπαστουρωμένα για να μην προσπελάσουν την παραγωγή στο άλλο κομμάτι και την καταστρέψουν.

Σε αρκετές περιπτώσεις  χώριζαν με τράφο και ένα μικρό τμήμα για να έχουν το ‘πρεβόλι’ (περιβόλι) με τα δένδρα τους ή το αμπελάκι τους.

Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Ο τράφος επίσης έπαιζε και τον ρόλο της προστασίας της καλλιέργειας από τους ισχυρούς αέρηδες του Αιγαίου που κατέστρεφαν τα φυτά είτε σπάζοντας τον κορμό τους είτε ξηραίνοντάς τα.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για να στήσουν τον φράχτη στα χρόνια μου ήταν φυσικά υλικά και το ύψος καθορίζονταν από το τι ήθελαν να προστατεύσουν.

Στα απάνεμα συνήθως χωράφια ως μέσο διαχωρισμού του χωραφιού σε τμήματα χρησιμοποιούσαν τους ‘χαράκους’ .

Αυτά ήταν είτε κομμένα καλάμια είτε κλαδιά που τα έκοβαν στο ύψος του ενός περίπου μέτρου και τα έθαβαν για στήριξη σε ένα χαντάκι και τα μπόλιαζαν με άλλα καλάμια ή κλαδιά.

Γράφει ο Καθηγητής Λαογραφίας και συμπατριώτης μας Μανόλης Γ. Σέργης στη σελ.196  του βιβλίου του «Λαογραφικά και Εθνογραφικά από το Γλινάδο Νάξου» που εκδόθηκε το 1994 από τον Προοδευτικό Όμιλο Γλινάδου Νάξου: «Τρεις  ήταν οι κυριότεροι τρόποι διαχωρισμού των αγρών και ακριβούς οριοθετήσεώς τους:

α. Ο κατασκευασμένος με κλαδιά ‘χαράκοι’ και ξύλα ‘τράφος’

β. ‘Ο κάλαμος’

γ. Στα άγονα καυκάρια ο πετρόχτιστος ‘τράφος’.

Δευτερεύοντες τρόποι (λόγω περιορισμένης χρήσεώς τους) ήταν αυτοί που ως μέσο διαχωρισμού είχαν τις φυλλάδες (πικροδάφνες),τις σκινιές (σχίνα) και τις ‘αρμυραθιές’.»

Στα πεδινά κυρίως χωράφια π.χ. του λιβαδιού, χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή του τράφου, καλάμια,και φυλάδες (πικροδάφνες), σχοινιές, λυγαριές αθανατιές και φαραοσκιές (φραγκοσυκιές).

Τράφος με καλάμια (καλαμιώνας)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με φυλλάδες (πικροδάφνες)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με αλιαριές(λυγαριά)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τα καλάμια ήταν το κύριο είδος τράφου.

Τα καλάμια τα φύτευαν και στην αρχή τους τα πότιζαν για να μεγαλώσουν.

Στη συνέχεια τα μπόλιαζαν για να δέσουν μεταξύ τους και να αποτελέσουν ένα ψηλό και ενιαίο πυκνό σώμα που θα αντέξει στον καιρό και στις επιθέσεις των ζουλοπροβάτων των γαδάρων και των μουλαριών που αναζητούσαν τροφή οπουδήποτε.

Το λεγόμενο μπόλιασμα ήταν ένα μάτσο επίσης από καλάμια που το έβαζαν οριζόντια στον καλαμιώνα μέσα και έξω και το έδεναν είτε με αυτοσχέδιο δέσιμο λυγαριάς είτε με σύρμα.

Τα καλάμια μπορεί να ήταν πολύ χρηστικά επειδή όμως απλώνουν ταχύτατα έπρεπε οπωσδήποτε μια φορά τον χρόνο να αφαιρέσουν αυτά που ξέφευγαν από τον καλαμιώνα.

Υποχρεωτική φροντίδα ήθελαν επίσης  οι σχοινιές και οι φυλάδες, πλην όμως απαιτούσαν αραιότερο χρόνο κλαδέματος και λιγότερο κόπο.

Από τις αθανατιές έπαιρναν τον καρπό (αθάνατο) και αφού το καθάριζαν το χρησιμοποιούσαν είτε για τις σκεπές των σπιτιών και των μητάτων είτε ως τελάρο για να στηρίζουν τα κλαδιά για την αμπασιά.

Στα παραλιακά χωράφια χρησιμοποιούσαν μεταξύ των άλλων  και ξυλαμυρτιές (αλμυρίκια),ενώ στα άγονα  και ημιάγονα  χωράφια, στα λεγόμενα καυκάρια όπως ήτανε π.χ. αυτά της  Σφαής και του Κατζιλιέρη χρησιμοποιούσαν ξερολιθιές, αθάνατα, ξερολιθιές σχοινιές , βάτα (αγριοβατόμουριές)και φαραοσκιές (φραγκοσυκιές) που τα αγκάθια τους ήταν αποτελεσματικό μέσο για να μην περάσουν τα ζουλοπρόβατα στο δίπλα χωράφι ενώ στη Στελίδα και στον Πύργο μόνο ξερολιθιές και φρύανα (φρύγανα).

Τράφος με αθανατιές
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με φαραοσκιές (φραγκοσυκιές)
Φωτ.Ι.Μελισσουργός




Τράφος με ξερολιθιά 1
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με ξερολιθιά 2
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Τράφος με ξερολιθιά 3
Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Πάντως ήταν θαυμαστό το αποτέλεσμα του κτισίματος της ξερολιθιάς .

Το γυροτράφιασμα του χωραφιού είχε αρκετό κόπο ανάλογο με τη θέση του χωραφιού και τα υλικά που υπήρχαν τριγύρω. Το να φτιάξεις τράφο από ξερολιθιά στον Πύργο της Στελίδας ήταν μια δύσκολη περίπτωση με πολύ κόπο λόγω του επικλινούς πετρώδους  εδάφους και των αγκαθιών των φρύανων (φρύγανων).

 Στα ψηλά σημεία του Πύργου ο τράφος είχε αποκλειστική χρήση να μαντρώσει τα ζουλοπρόβατα στην περιοχή του ιδιοκτήτη.

Το σημείο τοποθέτησης  του τράφου αλλά και η κατασκευή του αποτελούσαν σε μερικές περιπτώσεις σημείο τριβής μεταξύ των γειτόνων επειδή είτε δεν αναγνώριζαν τα όρια της ιδιοκτησίας τους είτε διαφωνούσαν στη συντήρηση επειδή κάποιος από τους δυο, κατ’ ευφημισμόν, απέφευγε τον κόπο και την δαπάνη που μπορεί να προέκυπτε.

Για τους τράφους μπορεί να χρησιμοποιούσαν όλοι τα ίδια υλικά όμως  κάποιοι τράφοι είχαν πολύ προσεγμένη και γερή κατασκευή γιατί ο ιδιοκτήτης του ήταν «μερακλής».

Αμπασιά

Αμπασιά (εμπασιά) ή ξυλόπορτα ονομάζουμε την πόρτα-είσοδο του χωραφιού ή ενός διαχωρισμένου τμήματός του.

Ηταν αυτοσχέδια κατασκευή από ξερά κλαδιά, συνήθως σχοινιάς ή αλυγαριάς, που ήταν δεμένα μεταξύ τους με κλαδιά λυγαριάς  ή σύρματα και δεμένα στην αρχή και στο τέλος τους σε δοκάρια αθάνατου ή ξύλου.

Η αμπασιά στηριζόταν πάνω σε ένα επίσης σταθερό δοκάρι ξύλου που έμπηγαν στο χώμα. Για μεντεσέδες, έτσι ώστε να μπορεί να ανοιγοκλείνει, χρησιμοποιούσαν πάλι κλαδιά λυγαριάς, σύρματα, αλλά και τσέρκια λαμαρίνας από παλιά κρασοβάρελα ή άλλα που τους έδιναν οι σιδηρουργοί του χωριού.

Αμπασιά
Σχ.Ι.Μελισσουργός

Η αμπασιά εκτός από την κεντρική είσοδο του χωραφιού μπορούσε να αποτελούσε και την είσοδο π.χ, στο περιβόλι όπως στην φωτογραφία.

Πρεβόλι (περιβόλι) με αμπασιά
Φωτ.& σχ. Ι.Μελισσουργός


Το φάρδος της αμπασιάς ήταν διάφορο και είχε σχέση με τον τρόπο διέλευσης. Η κεντρική είχε πλάτος  που θα χωρούσε να περάσει ένα φορτωμένο ζωο, ενώ του περιβολιού ένας άνθρωπος με τα εργαλεία άντε και την τσιβέρα του  (ξύλινο καρότσι με σιδερένια ρόδα) για την μεταφορά κοπριάς ή και των προϊόντων του περιβολιού.

Γύρισα σχεδόν όλα τα χωράφια και ρώτησα όλους όσους ασκούν αγροτικές εργασίες όπως επαγγελματίες τρακτεριτζήδες εάν έχουν δει να υπάρχει ακόμη σε κάποιο χωράφι αμπασιά.

Δεν βρέθηκε τίποτα. Όλες οι αμπασιές (εμπασιές) έχουν διαλυθεί από τα τρακτέρ και τα άλλα γεωργικά μηχανήματα .

Έτσι για να σας δώσω ένα παράδειγμα κατασκεύασα μια ψηφιακή αμπασιά.

Σήμερα πολλά είδη τράφου και αμπασιάς έχουν αντικατασταθεί με άλλα υλικά όπως π.χ. σιδερένιους σκελετούς  και πλέγματα.

 

Φιλολογική επιμέλεια κειμένου:Μαρία Μελισσουργού(Φιλόλογος)