Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2019

Πλοία και ταξίδια αναμνήσεων


H δημοσίευση αυτή δεν έχει σκοπό να αποτελέσει μελέτη για την ιστορία της μεταφοράς ανθρώπων και αγαθών από και προς το λιμάνι της Νάξου.
Σκοπός της είναι να παρουσιαστεί μια συλλογή φωτογραφιών των πλοίων που εξυπηρέτησαν τους Αγερσανιώτες τα παλιά χρόνια.

Αναφέρομαι μόνο στην περίπτωση των Αγερσανιωτών καθώς οι πληροφορίες μου για τους υπόλοιπους συμπατριώτες μου στο νησί είναι ελλιπείς.

Γράφει στο Facebook ο Μανώλης Κ. Βιλαντώνης, παλιός Ναξιώτης που έζησε την ζωή του κοντά στο λιμάνι και έχει γράψει βιβλίο για τους ανθρώπους του, παρουσιάζοντας μια φωτογραφία του πλοίου Μυρτιδιώτισσα.
«Σήμερα μπορεί να ταξιδεύουμε πιο γρήγορα, πιο άνετα και καθαρά. Όμως και εκείνα τα παλιά πλοία ήταν ευλογημένα γιατί για πολλά χρόνια εξυπηρετούσαν τα νησιά μας ίσως και χωρίς μεγάλο κέρδος.»

Οι σημερινοί Αγερσανιώτες κι επισκέπτες της Νάξου που ταξιδεύουν στο νησί μας με τα σύγχρονα, άνετα και γρήγορα πλοία μπορεί να νομίζουν ότι το ταξίδι των νησιωτών από τη Νάξο στον Πειραιά και αντίστροφα είχε ανέκαθεν αυτά τα χαρακτηριστικά.
Πρώτα απ’ όλα, οι Αγερσανιώτες των προηγούμενων δεκαετιών  ταξίδευαν μόνο με κατεύθυνση το λιμάνι του Πειραιά ή της Σύρας. Αυτό γινόταν κυρίως  για θέματα  υγείας, λόγω εσωτερικής ή εξωτερικής  μετανάστευσης με σκοπό την εργασία ή τις σπουδές αλλά και για λόγους διεκπεραίωσης υποθέσεών τους με το κράτος ή ακόμη για να συναντήσουν  τους τοπικούς βουλευτές έχοντας στο νου κάποια εξυπηρέτηση.

Ιδιαίτερης σοβαρότητας ήταν η μετάβαση στην Αθήνα για λόγους υγείας (στο νησί δεν υπήρχαν οι αντίστοιχες υποδομές). Το ταξίδι ενείχε τεράστιους κινδύνους για τους ταξιδιώτες των οποίων η κατάσταση υγείας συγκαταλεγόταν στις επείγουσες, όπως κάποια σοβαρή παθολογική ασθένεια, επικείμενος τοκετός ή επιπλοκή εγκυμοσύνης.
Μόλις τακτοποιούσαν την υπόθεσή τους επέστρεφαν στο νησί.

Τα καλοκαίρια, τα πλοία ταξίδευαν προς τα εκεί μεταφέροντας - εκτός των μόνιμων κατοίκων- και τους εσωτερικούς μετανάστες με τις οικογένειές τους  οι οποίοι επισκέπτονταν τη γενέτειρά τους για λίγες ημέρες προκειμένου να ξεκουραστούν και να δουν τους συγγενείς τους με τους οποίους είχαν να ανταμώσουν ή και να επικοινωνήσουν δια ζώσης ακόμη και ένα χρόνο.

Ο ξένοι ημεδαποί και αλλοδαποί  επισκέπτες ήταν είδος ανύπαρκτο και μόνο λιγοστοί  εμπορικοί αντιπρόσωποι, τεχνικοί και ιστορικοί ή λαογραφικοί ερευνητές θαλασσοδέρνονταν με τους νησιώτες.

Τα πλοία ήταν μικρά, παλιά, δυσκίνητα και όχι απαραίτητα διαμορφωμένα γι’ ανθρώπους. Μαζί με αυτούς επίσης μετέφεραν κάθε λογής πραμάτεια και κυρίως ζώα.


Το θρυλικό Μοσχάνθη

Οι χώροι διαμονής των επιβατών ήταν αποτελούνταν συνήθως μακριές  ξύλινες παγκάλες και ήταν συνήθως χωρίς στέγαστρο. Επίσης, σε μερικές περιπτώσεις άνθρωποι και ζώα μοιράζονταν τον ίδιο  χώρο ενώ λόγω της μεγάλης χρονικής διάρκειας του ταξιδιού κάποια ευπαθή τρόφιμα υφίσταντο αλλοιώσεις με αποτέλεσμα διάφορες μυρωδιές να κάνουν την αναμονή δυσκολότερη. Η υγιεινή και οι υπηρεσίες στο πλοίο ήταν υποτυπώδεις και η φροντίδα για νερό και φαγητό ήταν ατομική υποχρέωση του επιβάτη.

Τα πλοία - «σκυλοπνίχτες», όπως τα ονόμαζαν οι νησιώτες, δεν ταξίδευαν με μεγάλες φουρτούνες, δεν είχαν τακτικά δρομολόγια κι ήταν πολύ αργά. Χαρακτηριστικά, τα ταξίδια διαρκούσαν δώδεκα ακόμη και δεκατέσσερις ώρες. Κάποιες φορές όμως τα έπιανε φουρτούνα στο δρόμο με αποτέλεσμα να μην καταφέρνουν να δέσουν στο νησί. Έτσι, πολλοί από τους  ταξιδιώτες «έβγαζαν τα σωθηκά τους» συμπαρασύροντας  με τη μυρωδιά και τους ψυχραιμότερους. Οι προσευχές προς τα Θεία  ήταν στα χείλια τους καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και οι περισσότεροι αποβιβάζονταν κάτωχροι και κίτρινοι δοξάζοντας τον Αι Νικόλα και την Παναγία.
Μεγάλο μαρτύριο ήταν η μεταφορά των αποσκευών που αν είχαν προστεθεί κιόλας και τα πεσκέσια στους συγγενείς, τους γιατρούς, τους βουλευτές και κομματάρχες, τότε μιλάμε πια για μεγάλη ταλαιπωρία.

Ευτυχώς που το έργο αυτό το ανέλαβαν σταδιακά επαγγελματίες συμπατριώτες, οι ονομαζόμενοι «ταχυδρόμοι».
Το Αγερσανί είχε τον δικό του ταχυδρόμο όπως έμαθα πρόσφατα.Τον Αποστόλη Πρεβόλη ο οποίος έμενε στο Παλιάμπελο και μετάφερε πράγματα στην Αθήνα σε καλάθια και τα μοίραζε στα σπίτια στην Αθήνα και αντιστρόφως από την Αθήνα στο χωριό.

Πραμάτειες στο λιμάνι

Το λιμάνι της Νάξου ήταν μέρος της περιπέτειας αφού το καράβι της γραμμής άραζε στα ανοιχτά και τη μεταφορά ανθρώπων, ζώων και φορτίων από και προς το καράβι την είχαν αναλάβει οι λεμβούχοι με τις βάρκες τους.

1963 πρόβατα μεταφέρονται στο λιμάνι για φόρτωση

Μεταφορά ζώων
Αρχείο Μανόλη Βιλαντώνη.


Τα πρώτα πλοία, όπως διάβασα σε αντίστοιχη έρευνα, που χρησιμοποιήθηκαν για ταξίδια στις Κυκλάδες μετά την απελευθέρωση του 1940,  ήταν τα πολεμικά πλοία του στόλου. Κυρίως χρησιμοποιήθηκαν οι κορβέτες, ατμοκίνητα πλοία Καναδικής κατασκευής με μεγάλη αντοχή στη θάλασσα. Αυτά ήταν τα Σαχτούρης, Τομπάζης, και Κριεζής. Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν τα πλοία Χαλκιδική, Χειμάρα, Αμαρυνθία, το οποίο έμοιαζε με το Μοσχάνθη, Καδιώ, Ηλιούπολης, Μάρη, Μαρινέλα, Κανάρης, Πειραιεύς καθώς και το μικρό Λήμνος για τα οποία δυστυχώς δεν εντόπισα φωτογραφίες.
Στην έρευνα δεν αναφέρεται εάν αυτά ταξίδεψαν και προς τη Νάξο. Όμως υποθέτω πως ταξίδεψαν λόγω έλλειψης πολλών πλοίων.

Γράφει ο Μανώλης Βιλαντώνης στο υπέροχο βιβλίο του «Το Λιμάνι της Νάξου -Τα μαγαζιά και οι άνθρωποί του» στη σελ. 5:

«Το 1923 η αποβάθρα του λιμανιού, η μικρή προβλήτα όπου οι βάρκες αποβίβαζαν τους επιβάτες από τα πλοία, παρουσιάζει εικόνα εγκατάλειψης και κινδυνεύει να καταστραφεί, ενώ τα προβλήματα του υποτυπώδους λιμανιού παραμένουν πολλά. Ο λιμενοβραχίονας είναι ακόμη μικρός και κολοβός και δεν προστατεύει το λιμάνι από τους καιρούς με αποτέλεσμα να μην μπορεί ένα πλοίο να διανυκτερεύσει. Όταν έχει φουρτούνα τα πλοία αγκυροβολούν στον όρμο του Αγίου Προκοπίου και εκεί αποβιβάζουν τον κόσμο μέσα στην θάλασσα, όπου οι λεμβούχοι αναγκάζονται να μεταφέρουν τους επιβάτες στις πλάτες τους για να τους βγάλουν στην ακτή».

Επιβίβαση ή και αποβίβαση μέσω μαούνων και λεμβούχων

Παρακάτω συνεχίζει ο Μανώλης «Το πρώτο πλοίο πρυμνοδέτησε στη νέα προβλήτα στις 31 Ιουλίου 1955 και ήταν το Δ/Π Δέσποινα».

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 κάνουν την εμφάνισή τους πιο καινούργια τεχνολογικά πλοια,μικρά όμως σε όγκο και αργά στην ταχύτητά τους.
Η κατάσταση από συνθήκες ταξιδιού είναι σαφώς βελτιωμένη και με το λιμάνι πλέον του νησιού  να μπορεί να τα εξυπηρετήσει αλλά και πάλι όχι σύγχρονη.
Στο νησί τα επόμενα χρόνια αρχίζει πιο τολμηρά να φθάνει ο τουρισμός  και  οι πλοιοκτήτες φέρνουν πιο μεγάλα πλοία που μεταφέρουν και οχήματα.
 Οι ναξιώτες κάνουν την δικής τους προσπάθεια ναυπηγώντας δυο πλοία το ΝΑΞΟΣ αρχικά και το ΠΑΡΟΣ αργότερα ,πλοία που έμελλε να μην έχουν την αναμενόμενη συνέχεια για γνωστούς και άγνωστους λόγους έμειναν όμως ιστορικά και  στην μνήμη όσων ταξιδέψαμε με αυτά.
Ο τουρισμός αναπτύσσεται ραγδαία κάτι που αναγκάζει την ελληνική ακτοπλοία να φθάσει στο σημερινό επίπεδο με τα καλά και τις αδυναμίες που όλοι οι νησιώτες γνωρίζουμε.

1914 Καλυψώ

1925 Μοσχάνθη
Μοσχάνθη

Στην Σαντορίνη τραγουδούσαν και το τραγούδι

 "Με τη δόλια τη Μοσχάνθη 
 Περιμένω γράμμα ν’ άρθει
 Περιμένω γράμμα ν’ άρθει
  Με τη δόλια τη Μοσχάνθη".


1928 Νικόλαος Τόγιας

Παντελής

1960 Δέσποινα


Δέσποινα


Μιαούλης


Μιαούλης


Μυρτιδιώτισσα

Κολοκοτρώνης


Καραϊσκάκης



1969 Ελλη

Ελλη  

Νάξος


Καθέλκυση Νάξος 1974

Καθέλκυση Νάξος 1974


Πάρος


Κυκλάδες

Άγιος Γεώργιος και αργότερα Παναγία Τήνου το 2015
(βυθίστηκε στο λιμάνι του Πειραιά το 2016)

Ναιάς

1990 Γεώργιος Εξπρές


Εξπρες Απόλλων


Απόλλων Εξπρες 2


                                                                        Δημητρούλα


Εξπρες Σαντορίνη 

Ποσειδών Εξπρες
(ναυάγησε στην Πάρο το 2009)

Μιλένα

Νταλιάνα

Ροδάνθη
Ρομίλντα

Το Τραγικό Σάμαινα


Όταν ξεκίνησα αυτή την έρευνα δεν μπόρεσα να αντιληφθώ τον μεγάλο αριθμό πλοίων που μετέφεραν τους συγχωριανούς μου από και προς τον Πειραιά με τα ενδιάμεσα λιμάνια της Σαντορίνης, Πάρου και Σύρας.
Υποψιάζομαι λοιπόν ότι κάποια μου διέφυγαν.

Ευχαριστίες:
Στην προσπάθεια αυτή χρησιμοποίησα το υλικό που είχαν την καλοσύνη να προσφέρουν μέσα από το Facebook οι συμπατριώτες και φίλοι, Μανώλης Βιλαντώνης, Στέφανος Κληρονόμος, Ορεινός Ναξιώτης, Στράτος Φουτάκογλου και κάποιοι άλλοι που να με συγχωρήσουν γιατί δεν συγκράτησα τα ονόματά τους κατά την αποθήκευση των φωτογραφιών τους.
Επίσης να ευχαριστήσω τον κ. Γ. Σίμωσις και τη σελίδα του http://www.naxostimes.gr/kyklades/1291-istorika-ploia-kiklades, "Τα ιστορικά Πλοία των Κυκλάδων".


Φιλολογική επιμέλεια κειμένου:Μαρία Μελισσουργού(Φιλόλογος)


Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

Αγιος Σπυρίδωνας


Βιογραφία

Ο Άγιος Σπυρίδωνας  γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα - σημερινή Τρεμετουσιά - όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.

Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική ή την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών.

Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.

Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «
νεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα χοντα ν ποταγ μετ πάσης σεμνότητας» (Α' προς Τιμόθεον γ' 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο.


Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Άγιος Σπυρίδων με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του στην Α' Οικουμενική σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (Μικρά Ασία) και στην οποία συμμετείχε, κατατρόπωσε τους Αρειανούς και αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Μάλιστα, όπως αναφέρει η παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού και με το αριστερό χέρι, που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Ε
ς τ νομα το Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ' το κεραμίδι φωτιά, δια της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Κα το Υο», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Κα το γίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε  .

Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.

Αν και το όνομα του χωριού κατά μια εκδοχή της παράδοσης το πήρε από το ξωκλήσι του Αγίου Αρσενίου εν τούτοις πολιούχος του χωριού  είναι ο Αγιος Σπυρίδωνας.

Λιτανεία

Δεν προκύπτει, εξ όσων γνωρίζουμε για ποιο λόγο ο Αγιος Σπυρίδωνας είναι ο πολιούχος του χωριού μας.
Η εκκλησία του άρχισε να κτίζεται στις 10 Μαρτίου του 1872 όπως αναφέρεται στο υπέρθυρο του ναού τα εγκαίνια όμως της εκκλησίας έγιναν την 18 Απριλίου του 1882 όπως αναφέρει ο παππά Ν.Ορφανός «18 Απριλίου εγκαινιάσθην η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος 1882 Αρχιερεύς Γργόριος.Ο εφημέριος Αγερσανί  Ν.Ορφανός ιερεύς».

Η κατασκευή και αγορά του Ευαγγελίου το 1912 από τον 
παπά Μιχάλη Καραμπάτση το 1912 όπως την δημοσίευσε ο Σπύρος Μιχαήλ Καραμπάτσης


Προσφάτως  ο Ορεινός Αξώτης δημοσίευσε την ιστορία της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα όπως την αφηγήθηκαν το 1962 αγερσανιώτες μαθητές και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό νησιωτόπουλο.

Δημοσιεύεται αυτούσια η ανάρτηση.




"Το χωριό μας έχει δύο εκκλησίες . Τον Άγιο Νικόλαο και τον Άγιο Σπυρίδωνα . 
Ο Άγιος Σπυρίδωνας είναι καινούργια εκκλησία , ευρύχωρη , μοναδικό στολίδι στο κέντρο του χωριού .
Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα σήμερα.

Το κτίσιμο της ωραίας εκκλησίας μας έχει μια ιστορία . Έχουμε ακούσει από τους παππούδες μας , να λένε ότι στα παλιά χρόνια , η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος , δεν ήταν όπως είναι σήμερα . Οι παλαιοί κάτοικοι του χωριού , είχαν κτίσει στον ίδιο τόπο ένα μικρό εκκλησάκι , σαν αυτά που βλέπουμε στις εξοχές . Το μικρό αυτό εκκλησάκι , δεν χωρούσε τους κατοίκους του χωριού μας να εκκλησιάζονται σαν πιστοί χριστιανοί . Για αυτό το έτος 1872 αποφάσισαν να κατεδαφίσουν το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνος και να κτίσουν μεγαλύτερη εκκλησία .

Τότε παπάς του χωριού μας ήτανε ο αείμνηστος Μιχαήλ Καραμπάτσης , ιερέας δραστήριος και καλός κληρικός . Ήταν Αγερσανιώτης , αγαπούσε το χωριό μας και ποθούσε να ανοικοδομηθεί το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Σπυρίδωνος . Έτσι ανέλαβε την φροντίδα όλων των εργασιών . Κατά πρώτον διοργάνωσε επιτροπή , η οποία ανέλαβε να συγκεντρώσει χρήματα , διότι για να κτισθεί μια εκκλησία χρειάζονται πολλά χρήματα . Η επιτροπή αυτή κρατώντας την πολυχρονισμένη εικόνα του Αγίου Σπυρίδωνος γύριζε στα χωριά της Νάξου και μάζευε χρήματα για την ανοικοδόμηση .Επίσης έβγαζαν και δίσκους στην εκκλησία για τον ίδιο σκοπό .

Αφού συγκέντρωσαν αρκετά χρήματα , μετά από πολλά χρόνια , το έτος 1920 άρχισαν το έργο .Όλοι οι κάτοικοι του χωριού μικροί , μεγάλοι και γέροι έτρεχαν πρόθυμοι να εργαστούν , χωρίς πληρωμή , για να πραγματοποιήσουν την μεγάλη τους επιθυμία . Ο καιρός περνούσε και το όνειρο τους γινόταν πραγματικότητα . Μετά από πολλές ενέργειες και φροντίδες και αφού πέρασαν αρκετά χρόνια τελείωσε το κτίσιμο και στη συνέχεια η εσωτερική και η εξωτερική διακόσμηση .

Το έτος 1926 λειτούργησε ο ιερέας για πρώτη φορά . Η χαρά όλων των χωριανών μας ήταν απερίγραπτη . Σήμερα είναι το στολίδι του χωριού μας . Την ωραία μας εκκλησία την καμαρώνουμε όχι μόνο εμείς οι Αγερσανιώτες , αλλά και κάθε ξένος επισκέπτης . Το εσωτερικό της είναι στολισμένο με διάφορες υπέροχες εικόνες , αφιερώματα των πιστών .

Το εξωτερικό της είναι πολύ ωραίο με το πανύψηλο καμπαναριό της . Το προαύλιο της στολίζεται με διάφορα λουλούδια και καλλωπιστικά δέντρα . Και ο ηλεκτροφωτισμός της δίνει μια ακόμα ομορφιά . Την μνήμη του αγίου Σπυρίδωνος την γιορτάζουμε στις 12 Δεκεμβρίου και κάθε χρόνο μαζεύονται πολλοί Χριστιανοί στην εκκλησία μας για να προσευχηθούν και να ζητήσουν την προστασία του πολιούχου του χωριού μας . Μετά από την λειτουργία ακολουθεί πανηγύρι και διασκέδαση .


Σήμερα εμείς οι νεώτεροι χρωστούμε ευγνωμοσύνη σε όλους εκείνους που εργάστηκαν να ανοικοδομηθεί η εκκλησίας μας . Επίσης χρωστάμε ευγνωμοσύνη και στον σημερινό παπά μας Δημήτριο Ήμελλο ο οποίος ακούραστος πάντοτε φροντίζει για το καλό του χωριού μας και προσπαθεί να στολίσει και να παρουσιάσει ακόμη πιο όμορφη την εκκλησία μας .

Αγερσανί 1962
Μαθητές και μαθήτριες της Γ’ & Δ’ Δημοτικού Σχολείου Αγερσανίου Νάξου : Βασιλική Μαργαρίτου , Άρτεμις Χίου , Βασίλειος Δημητροκάλης & Μιχάλης Καλογείτωνας .’’

Το παραπάνω κείμενο είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό  ΤΟ ΝΗΣΙΩΤΟΠΟΥΛΟ / 6οτεύχος / Απρίλιος 1962 , το περιοδικό εξέδιδε ο Διδασκαλικός Σύλλογος Νάξου και αποτελεί σήμερα μέρος του Ιστορικού Αρχείου Νάξου /ΓΑΚ .».

Στην λειτουργία χοροστατεί ο επίσκοπος Παροναξίας και συνλειτουργούν εκτός του παπά του χωριού και άλλοι ιερείς.
Πλήθος  πιστών από όλο το νησί παρακολουθεί την θεία λειτουργία και εν συνεχεία ακολουθεί την λιτανεία(γύρα) της εικόνας του στα δρομάκια του χωριού.



Η γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα αποτελεί το χειμερινό πανηγύρι του χωριού με όργανα στα καταστήματα του χωριού.Η διασκέδαση μπορούμε να πούμε ότι είναι μια μικρογραφία των κάποτε μεγάλων πανηγυριών του καλοκαιριού.
Ο αυλόγυρος της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα χρησιμοποιείται για τις εκδηλώσεις του χωριού όπως οι Απόκριες που εξακολουθεί και σήμερα παρόλο τον πληθυσμό του να στερείται μιας πλατείας.
Ο αυλόγυρος επίσης ήταν και εξακολουθεί να είναι και ο τόπος   των παιχνιδιών των παιδιών του χωριού.

Βιβλιογραφία
1.Βιβλίο Αγερσανί Νάξου
2.Ορεινός Αξώτης

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018

Μαγγανομηχανές.Το πότισμα μιας άλλης εποχής

(φωτ.Ι.Μελισσουργός)



Οι αγερσανιώτες αγρότες έχουν ήδη βάλει(φυτέψει) την χειμερινή  πατάτα και έχουν αρχίσει να την ποτίζουν.

Η άντληση  του νερού γίνεται σήμερα με ηλεκτρικά μοτέρ και με ελάχιστες πετρελαιομηχανές που ο οικείος ήχος τους αντηχεί τις απογευματινές ώρες στα χωράφια σαν αφύπνιση μνήμης των παλιότερων από μας.

Μεταξύ των μεθόδων ποτίσματος ήταν και οι μαγγανομηχανές ή μαγγάνια.

Θα προσπαθήσω να εξηγήσω στους νεότερους τι ήταν αυτό το σύστημα άρδευσης.
Στην περιγραφή της μαγγανομηχανής είχα την  τύχη το εφετινό καλοκαίρι να έχω για οδηγό τον πρώην Πρόεδρο της Κοινότητας Νίκο Καραμπάτση.

Μια επιλογή που δεν ήταν καθόλου  τυχαία αφού ο Νίκος συνέχισε την τέχνη του σιδηρουργού στο χωριό  μετά τον πατέρα του Μιχάλη Καραμπάτση που μαζί με αυτόν,αργότερα δε μόνος,  κατασκεύασαν μαζί και με τους άλλους σιδηρουργούς που είχε το χωριό μας  δεκάδες τύμπανα μαγγανομηχανής και εκατοντάδες κουβάδες και αλυσίδες.
Στην προηγούμενη αναφορά είχα γράψει ότι οι μαγγανομηχανές εμφανίστηκαν στο χωριό γύρω στο 1950.Η χρονολογία αυτή ανατρέπεται από ανθρώπους που γνωρίζουν και συγκεκριμμένα εκτός του Νίκου και από τον Στέλιο Πρ.Καραμανή(Προκοπάκη)
Σύμφωνα λοιπόν με τις μαρτυρίες των ανθρώπων αυτών  οι μαγγανομηχανές εμφανίστηκαν στο χωριό  στα μέσα της περιόδου του 1910 ή το αργότερο στις αρχές του 1920.

Οι μαγγανομηχανές αντικατέστησαν σιγά σιγά το αεράνι κάνοντας το πότισμα της παραγωγής πιο ξεκούραστο.
Αεράνι
(φωτ.ιντερνέτ)


Ας παρακολουθήσουμε όμως την περιγραφή του συστήματος μέσα από την αφήγηση του Νίκου.
Η μαγγανομηχανή και τα μέρη της 
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)


Το σύστημα μιας μαγγανομηχανής περιέχει αρκετά εξαρτήματα που το ένα με το άλλο κατάλληλα κατασκευασμένα και συνδεδεμένα βγάζουν στην επιφάνεια  το νερό μέσα από ένα  πηγάδι.

Tύμπανο-Γέφυρα(Καμπάνα)-Γρανάζια.Το τύμπανο είναι η μεγάλη κυκλική ρόδα με ίσα ταξινομημένες θήκες οι οποίες αποτελούν τη "φωλιά" των κουβάδων.
Το τύμπανο ήταν περασμένο σε ένα σιδερένιο άξονα που από την μια  πλευρά του πηγαδιού  ήταν στερεωμένος σε μια σιδερένια λιπαινόμενη, για  εξουδετέρωση των τριβών  βάση, και από την άλλη στο κάθετο γρανάζι της γέφυρας ή καμπάνας.
Το οριζόντιο γρανάζι περιστρέφονταν σε ένα κάθετο σιδερένιο άξονα επίσης με γρανάζι που στην απόληξή του είχε μια σιδερένια θήκη που συγκρατούσε το ξύλο (τράβα) με αντίβαρο από την άλλη πλευρά πάνω στο οποίο  ήταν στερεωμένο το σύστημα έλξης,ένα σιδερένιο πλακέ κυρτό σίδερο δηλαδή,  του μουλαριού ή του γαϊδάρου μαζί με ένα άλλο ξύλο οδηγό στο τράβηγμα για το καπίστρι.
Τα δόντια του οριζόντιου γραναζιού  συγκρατούνταν σε περίπτωση ανάποδης περιστροφής με μια γλώσσα.Αυτό ήταν για ασφάλεια και του ζώου αλλά και των κουβάδων για να μη γυρίσει το τύμπανο ανάποδα και πέσουν οι κουβάδες στο πηγάδι.
Αυτό συνέβαινε σε μερικές περιπτώσεις και η ταλαιπωρία να ανεβάσεις τους κουβάδες από τον πάτο του πηγαδιού και να τις τοποθετήσεις ξανά στο τύμπανο απαιτούσε αρκετές ώρες και πολύ κόπο.
Τα πρώτα τύμπανα που ήρθαν στο χωριό ήταν χυτά μαντεμένια και τα κατασκεύαζε ένα εργοστάσιο στη Σύρο με το όνομα του κατασκευαστή Μπαρμπέτας.
Ο Μπαρμπέτας για να βγάζουνε πολύ νερό έκανε ισάριθμα τα γρανάζια και κινούνταν  κατά 1/3 το οριζόντιο και κατά 2/3 το κάθετο.
Τα γρανάζια δούλευαν αργά και σε κάποιους κατασκευαστές που  δεν ήταν ισάριθμα τα γρανάζια  έπρεπε να πάρει μιάμιση στροφή  το ζώο για να πάρει μια στροφή το τύμπανο και να χυθούνε επτά  κουβάδες.
Αυτά όμως που ήταν  ισάριθμα και τα έκανε ο Μπαρμπέτας με ένα κύκλο του ζώου έκανε μια στροφή το τύμπανο και χυνόντουσαν επτά κουβάδες.
Ο Μπαρμπέτας επίσης έκανε τις λάμες της αλυσίδας  πιο μικρές από τον κατασκευαστή των Αθηνών με το όνομα Λειβαδίτης και αυτό έκανε επίσης πιο γρήγορη τη διαδρομή του κουβά στο τύμπανο.
Το τύμπανο του Λειβαδίτη
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)

Ιδιαίτερο είδος τυμπάνου άγνωστου κατασκευαστή
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)


Εδώ ο Πρόεδρος αναφέρει ότι το 1956 που πήγε στην Αθήνα είδε να κινούνται οι μαγγανομηχανές εκεί  με μοτέρ ή και πετρελαιομηχανές.

Αργότερα για κάποιους άγνωστους τότε λόγους ο Μπαρμπέτας σταμάτησε το εργοστάσιό του  και  τύμπανα και άλλα χυτά έβγαζε  μόνο ο Λειβαδίτης.
Αυτός όμως νόθευε το μαντέμι με πολύ χώμα που είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν πιο γρήγορα φθορές στο χυτό μέρος του συστήματος.
Τα πρώτα μαγγάνια που ήρθανε στο χωριό ήτανε των Τουμπακάρηδων λίγο έξω από το χωριό αλλά ήρθαν μόνο τα γρανάζια και η γέφυρα(γέφυρα είναι ένα τοξοτό χυτό που μέσα στερεώνονται τα γρανάζια).Τα υπόλοιπα μέρη φτιάχτηκαν στο χωριό.
Άλλο ήτανε της Αφέντζιας(τοπωνύμιο)του Γιάννη του Μαργαρίτη (Μπαρμπούνη) που το τύμπανο ήταν μαντεμένιο,άλλο ήτανε του Παπαγιάγκου(παρατσούκλι) στου Κουρερέ (τοπωνύμιο)που το είχε ο Μανόλης ο Κατερίνης(της Παπαδιάς).
Μετά τον πόλεμο του 1940 άρχισε να κατασκευάζεται από τους σιδεράδες του χωριού όλο το σύστημα εκτός τα χυτά δηλ.τα γρανάζια.
Τα τύμπανα ήταν λαμαρινένια.
Τα λαμαρινένια τύμπανα ήταν από 50 κιλά μέχρι και 120
Το τύμπανο πχ.του Μιχάλη Καπρή ήταν 114 κιλά και ενδεχόμενα να υπάρχει στο κτήμα της Κουλούρας(τοπωνύμιο)ακόμη.
Θυμάται ο Νίκος που ήταν μικρός ότι ήρθε ο Μιχαλιός νεαρός τότε που ήταν πολύ παλληκάρι, το πήρε στα πλευρά του και το πήγε στην Κουλούρα με τα πόδια σε όλη τη διαδρομή και με τη μια που λένε σήμερα.
Ένα  πολύ καλός τεχνίτης Γιαμούρης  επωνομαζόμενος κατασκεύαζε αργότερα και σιδερένιες γέφυρες(καμπάνες).

Οι κουβάδες είναι ανοιχτές μικρές λαμαρινένιες κυλινδρικές δεξαμενές συνδεδεμένες μεταξύ τους με τη λεγόμενη αλυσίδα.
Κάθε κουβάς είχε δεξιά και αριστερά καρφωμένα επάνω του δυο τσέρκια που στο επάνω μέρος είχαν από μια τρύπα.Τα σιδερένια αυτά τσέρκια συνδέονταν με τον επόμενο κουβά με τις τσαβέτες(πύρρους).
Το μέγεθος του κουβά με την αλυσίδα του χωρούσε στη φωλιά του τυμπάνου.
Οι κουβάδες λοιπόν συνδεδεμένοι μέσω της αλυσίδας ο ένας  μετά τον άλλο με την κυκλική κίνηση του τύμπανου που γινόταν από το ζώο  κατέβαιναν  στο πηγάδι ανάποδα και έκλειναν  σταδιακά προς το πάνω μέρος,γεμίζοντας  νερό που το ανέβαζαν  μέχρι τη γούρνα και στη συνέχεια στρεφόμενοι προς  αυτή το άδειαζαν.Συνέχιζε ο επόμενος κουβάς μέσα σε μια αέναη  διαδικασία ωρών μέχρι να γεμίσει η στέρνα ή να ποτιστεί το χωράφι.
Κουβάδες
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)

Οι κουβάδες και η αλυσίδα καθώς και οι συνδετικοί κρίκοι(τζαβέτες) κατασκευάζονταν εξ ολοκλήρου από τους αγερσανιώτες σιδηρουργούς.
Η αλυσίδα τα λαμάκια δηλαδή από την μια και την άλλη του κουβά ήταν διπλωμένα στο σημείο της σύνδεσης και άνοιγαν την τρύπα (15mm)με κρύο το υλικό.
Το θηλύκωμα απαιτεί ταχύτητα και ελαφριά χτυπήματα του σφυριού και ήταν μια πολύ τεχνική διαδικασία περιγράφει ο Νίκος ενθυμούμενος τα νιάτα του που πέρασαν μέσα στο κάρβουνο,στη φωτιά και το αμόνι.  

Όλα τα παραπάνω αποτελούσαν το μηχανικό  σύστημα της μαγγανομηχανής.
Το σύστημα όμως αυτό δεν ήταν στον αέρα.Ηταν στερεωμένο σε πέτρινη βάση προσαρμοσμένη στην κάθε τοποθεσία που έχτιζαν τεχνίτες που ήξεραν καλά την πέτρα και την αρμονία της ισσοροπίας και της ευθυγράμμισης.
Τέτοιος μάστορας,πετράς ήταν ο συγχωρεμένος Γεώργιος Εμ.Μεντζουβής (Σορώκος) αδελφός της γιαγιάς μου Μαργαρίτας.
Η βάση λοιπόν ήταν προσαρμοσμένη στο χώρο και στην περίμετρο του πηγαδιού επίσης  φτιαγμένη  με το καλλιτεχνικό  μεράκι του τεχνίτη.Για το λόγο αυτό υπάρχουν ποικιλία βάσεων.
(Φωτ.Ι.Μελισσουργός)

(φωτ.Ι.Μελισσουργός)

(φωτ.Ι.Μελισσουργός)

(φωτ.Ι.Μελισσουργός)
Κατασκευή προσαρμοσμένη σε καλουπωτό πηγάδι


Ετσι λοιπόν Μαγγανομηχανή,γέφυρα,κουβάδες και ζώο πότιζαν ώρες ατελείωτες την παραγωγή της πατάτας.
Ο μηχανισμός αυτός  έφερε επανάσταση στην άρδευση των καλλιεργειών.Ο πολύς και χειρωνακτικός κόπος μεταφέρθηκε από τον άνθρωπο στα ζωντανά, μουλάρια και γαιδούρια που αγόγγυστα και καταϊδρωμένα, πολλές φορές με χτυπήματα στην πλάτη από την  βέργα του γεωργού για να επισπεύδουν την κίνησή τους γύρω από το πηγάδι,  γέμιζαν την στέρνα ή και σε μερικές περιπτώσεις απευθείας το αυλάκι για να πάει το νερό στην αλητάνα.
Σχέδιο από ιντερνέτ

Διαδοχή
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)


Το σύστημα αυτό της άρδευσης κράτησε για πολλά χρόνια και αντικαταστάθηκε με τις βενζινομηχανές και πετρελαιομηχανές οι οποίες με τη σειρά τους έδωσαν τη θέση τους στα τηλεχειριζόμενα από απόσταση μέσω των δικτύων 3G-4G, πανίσχυρα ηλεκτρικά μοτέρ.


Σημ.Συμπληρώνω τη δημοσίευση και με τα στοιχεία που μου έστειλε ο φίλος Γιάννης Ρεφενές από τις Τρίποδες"Το κυκλικό πλακέ σίδερο πίσω από τον πισινό του ζώου λεγόταν κολοσούρτης.Το μεταλλικό σίδερο που ένωνε τους κουβάδες λεγόταν Τζαβέτα και για να μην ξεπερνά η τζαβέτα υπηρχε μια μεταλλική ασφάλεια πού λεγότανε Ατσιδάκι.Αν κοβόταν το ατσιδάκι και έφευγε η τζαβέτα έπεφταν οι κουβάδες στο πηγάδι ".