Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Τα επαγγέλματα που έζησα στο Αγερσανί(Μέρος B΄)


                                                                 

Συνέχεια..............

6.Ο Τσαγκάρης
Οι τσαγκάρηδες  του χωριού ήταν αρκετοί   και  κατασκεύαζαν υποδήματα ανδρικά και γυναικεία δυο τύπων,αυτά που ήταν απαραίτητα για τις γεωργικές εργασίες και τα σκολιανά δηλαδή γιορτινά ή καλά όπως τα λέγανε .
Τα ανδρικά καθημερινά ή και γεωργικά παπούτσια ήταν πιο ψηλά για να μην μπαίνουν νερά και λάσπες μέσα,είχαν πέτσινα κορδόνια και ήταν  κατασκευασμένα από χονδρά δέρματα και από κάτω με χονδρό λάστιχο συνήθως ρόδας αυτοκινήτου που ο τσαγκάρης λέπτυνε ελαφρώς με την φαλτσέτα ήταν δε ραμμένα με χονδρό σπάγγο.Σε μερικές περιπτώσεις από κάτω κάρφωναν πέταλα για να μην φθείρονται εύκολα.
Τα καθημερινά γυναικεία παπούτσια ήταν κοντά και ίσια από κάτω και κατασκευάζονταν από τα ίδια υλικά με τα ανδρικά αλλά σε πιο ελαφριά έκδοση και βεβαίως δεν είχαν πέταλα.
Τα σκολιανά ή γιορτινά ή καλά παπούτσια ανδρικά και γυναικεία κατασκευάζονταν από πιο ελαφρά και καλλίτερα επεξεργασμένα δέρματα, τα μεν ανδρικά είχαν ελαφρύ τακούνι  ύψους περίπου δυο πάντων ήταν ραφτά ή και καρφωτά  με ξυλόπροκες ενώ τα γυναικεία είχαν τακούνι ύψους περίπου πέντε πόντων και έφεραν στο επάνω μέρος μια μεταλλική εγκράφα. 




Τσαγκαρειό
(φωτ.ιντερνέτ)

Οι τσαγκάρηδες αυτοί επίσης κατασκεύαζαν και επιδιόρθωναν τις πέτσινες σχολικές τσάντες καθώς επίσης και ότι άλλο ήταν κατασκευασμένο από δέρμα.  
Αναφέρω τους μαστόρους αυτούς με κίνδυνο να έχω ξεχάσει κάποιους.
Ο Δημήτρης Κάβουρας(Πούλιαρης),ο Βασίλης Τολάκης και ο αδελφός του Πέτρος (Πετροκωνσταντήδες),Ο Βασίλης Αρτσάνος(Κοκονιάρης) και ο  Νικόλας Φουντούλης (Νικολάκης),
Το επάγγελμα αυτό είχε πολύ πέραση τότε και πολλά άλλα αγερσανιοτόπουλα μαθήτευαν σε τσαγκάρηδες στη χώρα όπως ήταν οι Τσακωνιάτιδες και ο Σκλαβούνος και στη συνέχεια μετανάστευσαν στην Αθήνα όπου και συνέχισαν όπως π.χ. ο Αποστόλης ο Πρεβόλης,τα αδέλφια Αντώνης και Νίκος Μελισσουργός,ο Γιώργος Κάβουρας(Μπιρίκος)κ.α.
Σήμερα με τα έτοιμα υποδήματα το επάγγελμα έχει σχεδόν εξαφανιστεί από το χωριό και το ασκεί ως επιδιορθωτήριο ένας επαγγελματίας απόγονος αγερσανιωτών μεταναστών της Αθήνας. 
Αρκετοί Αγερσανιώτες άσκησαν το επάγγελμα του τσαγκάρη και στην Αθήνα,όπως ο Γιώργος Κάβουρας(Μπιρίκος),Αντώνης και Νικόλας Μελισσουργός στην Κυψέλη,ο Αποστόλης Ι.Πρεβόλης στο κέντρο της Αθήνας.

7.Ο Κουρέας
Άλλο ένα επάγγελμα που απασχολούσε αρκετούς επαγγελματίες σε όλο το μήκος του χωριού.
Οι κουρείς αυτοί ή μπαρμπέρηδες δεν ασχολούνταν αποκλειστικά με το επάγγελμα αυτό αλλά το κύριο επάγγελμά τους ήταν η γεωργία ή ήταν παντοπώλες.
Κυρίως έκαναν το ανδρικό κούρεμα και ξύρισμα και όχι το γυναικείο.Οι γυναίκες όποτε ήταν ανάγκη για κόψιμο μαλλιών ή για κανένα γάμο πήγαιναν στην χώρα στον Πετρά.
(φωτ.ιντερνέτ)

Ο Ανδρέας και ο Στέλιος Μαργαρίτης (Νταφώτηδες),ο Νικόλας Αρτσάνος (Νικολαράς),ο Βασίλης Καραμανής(Γιατράκος) και ο Στάθης Ρεφενές(Σταθούλης)
Σήμερα το επάγγελμα εξακολουθεί να υπάρχει στο χωριό  από νέους επαγγελματίες και για άνδρες και γυναίκες.

8.Ο Παντοπώλης
Τα χρόνια εκείνα οι αγερσανιώτες προμηθεύονταν τα είδη πρώτης ανάγκης για την σίτιση της οικογένειας ,την καθαριότητα του σπιτιού αλλά και υλικά γεωργικής χρήσης όπως τα σχοινιά από τα παντοπωλεία του χωριού και ελάχιστες φορές αγόραζαν τις προμήθειές τους  από τη χώρα.
Στο χωριό υπήρχαν αρκετά παντοπωλεία που κάλυπταν τις ανάγκες τις  κάθε γειτονιάς.Αλλα παντοπωλεία διέθεταν αρκετά είδη και άλλα μόνο τα απαραίτητα και συνήθως τα είδη διατροφής.
Το ζύγι των προιόντων που τα περισσότερα ήταν χύμα εκτός κονσερβών,κουτιών γαλακτος και τα φακελάκια των μπαχαρικών γίνονταν στο βιζυνέ όπου το κάθε γραμμάριο ή πιο παλιά δράμι είχε την αξία του.



(φωτ.ιντερνέτ)

Οι πληρωμές στον παντοπώλη γίνονταν είτε εις είδος όπως ήταν τα αβγά είτε επί πληρωμή η οποία και αυτή είχε δυο τρόπους. Τον άμεσο με την αγορά του προϊόντος και πληρωμή(η μέθοδος αυτή ήταν μειοψηφούσα) και τον έμμεσο  με το γράψιμο στο (τεφτέρι)δεφτέρι.Στην περίπτωση αυτή η εξόφληση στον παντοπώλη γίνονταν είτε μετά  την καλοκαιρινή παράδοση  της πατάτας στην Ένωση και την εξόφληση των παραγωγών συνήθως τους Φθινοπωρινούς μήνες  ή όταν ο αγρότης πουλούσε στον χασάπη κάποιο μεγάλο ζώο όπως π.χ. βόδι,κατσίκα κ.α.
Τα παντοπωλεία αυτά διέθεταν και  λιχουδιά για τα παιδιά που ήταν οι καραμέλες και ειδικά οι τύπου τσάρλεστον.
Ενα φράγκο 10 καραμέλες,μια δεκάρα η μια.  
Παντοπωλεία στο χωριό είχαν τα αδέλφια Βασίλης και Ευστάθιος Ρεφενές στο πάνω και το κάτω χωριό αντίστοιχα που ήταν και τα μεγαλύτερα,ο Νικόλας Γαλατερός,ο Γιάννης Μαργαρίτης (Μπούνης),ο Γεώργιος Κάβουρας και ο Ανδρέας Ζώρος (Τζογνής).
 Με την άνθιση των σούπερ μάρκετ στην χώρα και την διευκόλυνση που προσέφεραν οι συγκοινωνίες τα παντοπωλεία συρρικνώθηκαν και έκλεισαν αφού  οι χωριανοί ψώνιζαν πλέον τα είδη του σπιτιού από εκεί.Παρόλα αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν λίγα καταστήματα στο χωριό που εξυπηρετούν ενώ δημιουργήθηκαν και νέα καταστήματα  αυτού του είδους στις τουριστικές περιοχές του χωριού.

9. Ο Περιπτεράς
Το χωριό μας διέθετε και περίπτερο με την κλασσική μορφή ξύλινου περιπτέρου χρώματος καφεκόκκινου.
Η θέση του περιπτέρου ήταν αριστερά της πόρτας  της αυλής της εισόδου στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα.Ιδιοκτήτες του περιπτέρου ήταν η οικογένεια του Παντελή και της Πετρινόλας Χίου.
Το περίπτερο αυτό δεν υπάρχει σήμερα.

10.Ο Χασάπης
Εκείνα τα χρόνια το κρέας δεν ήταν ανάμεσα στις συχνότερες διατροφικές συνήθειες  των αγερσανιωτών.
Οι περισσότεροι είχαν τα κοτόπουλά ,τα κατσίκια τους και τα χοιρινά τους όπου από εκεί έπαιρναν το κρέας τους για να το καταναλώσουν τις γιορτές και τις Κυριακές.Την υπόλοιπη περίοδο τα ζωντανά τους τα πουλούσαν στον χασάπη για να ενισχύσουν το σε ρευστό χρήμα εισόδημά τους.
Παράλληλα όμως στο χωριό υπήρχαν και τρία  χασάπικα.Του Αντώνη του Λαγογιάννη (Τσουγκράνη) από το Γλινάδο,του Βαγγέλη Παραβατού και του Βασίλη Μαργαρίτη (Φιλιότσου).


Τα εργαλεία του χασάπη
(φωτ.ιντερνέτ)

Τα κρεοπωλεία αυτά ήταν ανοικτά από το  Σάββατο το απόγευμα μέχρι  και την Κυριακή το πρωί μετά την εκκλησία για να μπορέσει το χωριό να προμηθευτεί το κρέας του σε αμνοερίφια,μοσχάρι και χοιρινό.
Σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει στο χωριό κρεοπωλείο που εξυπηρετεί όσους δεν επιθυμούν να αγοράσουν το κρέας τους  από τα κρεοπωλεία της χώρας.

11.Ο Φούρναρης
     Το ψωμί της η οικογένεια το έφτιαχνε  στο σπίτι της και το φούρνιζε ομαδικά και με γυναικείες παρέες στους φούρνους της γειτονιάς.
Φούρνισμα
(φωτ.ιντερνέτ)

     Σχεδόν σε κάθε γειτονιά υπήρχε κάποια οικογένεια που είχε φούρνο και τον διέθετε στις γειτόνισσες για να ψήσουν το ψωμί και τα φαγητά τους .Για την αμοιβή της η ιδιοκτήτρια του φούρνου έπαιρνε το λεγόμενο φουρνιάτικο που ήταν συνήθως ένα καρβέλι ψωμί.
     Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 αν δεν κάνω λάθος έγινε ο πρώτος επαγγελματικός φούρνος  στο χωριό από τον Δράγαζη, ένα φούρναρη από το Σαγκρί και λίγα χρόνια αργότερα ο Στέλιος Δημητροκάλλης(Μπεξής) έκανε το δικό του φούρνο στο πάνω χωριό που έκαιγε μαζούτ.
Σήμερα ο μεν  πρώτος φούρνος  λειτουργεί από την οικογένεια του Νικόλαου Δημητροκάλλη ο δε δεύτερος από την παιδιά του Στέλιου Δημητροκάλλη.
   
12.Ο Τυροκόμος
     Ετσι όπως ήταν διαμορφωμένη η αγερσανιώτικη οικιακή οικονομία  αρκετοί στο χωριό είχαν στην κατοχή τους  πρόβατα και γίδια από τα οποία από το γάλα των οποίων  κατασκεύαζαν τυρί και μυζήθρα.
     Στο χωριό λειτουργούσαν μερικές μάντρες(τυροκομέια) όπου οι χωριανοί κατόπιν συμφωνίας με τον τυροκόμο που είχε και την μάντρα,παρέδιδαν το γάλα τους και έπαιρναν την ποσότητα του τυριού ή της μυζήθρας που είχε συμφωνηθεί.
Τα εργαλεία του τυροκόμου
(φωτ.ιντερνέτ)

   Εγώ θυμάμαι  αρκετά καλά και λίγο πριν κλείσουν την μάντρα-τυροκομείο του θείου της μάνας μου του Σταμάτη του Καπρή στην περιοχή του Αη Παντελεήμονα-Καψανά και του θείου του πατέρα μου Γιώργη Μεντζουβή (Σορώκου) στον αγροτικό οικισμό Μαστοράκης  που τυροκομούσε ο γαμπρός του Βασίλης Πολυκανδριώτης(Εργης).
    Σήμερα δεν υπάρχουν πλέον τέτοιες μάντρες  (τυροκομεία) στην περιοχή του χωριού.Η κτηνοτροφία που έχει πια αναπτυχθεί πολύ στο νησί έχει περάσει σε επαγγελματικά επίπεδα και το γάλα παραδίδεται στην Ένωση Συνεταιρισμών.


13.Ο Εμπορος υφασμάτων
Στο χωριό κατέφθαναν έμποροι υφασμάτων από την χώρα με φορτωμένα τα μουλάρια τους υφάσματα.     
Εκτός όμως από τους πλανόδιους, στο χωριό υπήρχε και κατάστημα υφασμάτων, ειδών ρουχισμού και ειδών προικός όπως έλεγαν.
      Στο μεγάλο γιοφύρι οι αδελφοί Γιώργος και Βαγγέλης Γαλατερός είχαν στήσει το δικό τους κατάστημα  το οποίο το έκλεισαν αργότερα για αυτό της χώρας και έτσι στο χωριό εγκαταστάθηκε ο Μερτινός.
      Σήμερα στο χωριό δεν υπάρχει παρόμοιο κατάστημα
     
14.Η Μοδίστρα
      Τα έτοιμα ενδύματα εκείνη της αποχή ήταν σχεδόν ανύπαρκτα.Κάθε γυναίκα έπρεπε να πάει στη χώρα ή στο χωριό που λειτουργούσαν καταστήματα υφασμάτων για να προμηθευτεί τα μέτρα υφάσματος που χρειάζονταν είτε για φορέματα είτε για εσώρουχα είτε για σεντόνια κ.λ.π. και στη συνέχεια να πάει στη μοδίστρα της.
      Στο χωριό υπήρχαν αρκετά κορίτσια που είχαν δικό τους μοδιστράδικο και πολλά άλλα νεαρά κορίτσια που μαθήτευαν κοντά τους αλλά άλλες υποχρεώσεις  τις ανάγκασαν να ασχοληθούν με τις ανάγκες της οικογένειας όπως π.χ. η πρώτη εξαδέλφη της μητέρας μου Νικολέτα Καπρή που όπως με ενημέρωσε η κόρη της Φωτεινή μαθήτευσε κοντά στην Κατίνα Μαργαρίτη(πιτσιρίκενα) αλλά λόγω γάμου και υποχρεώσεων στα χωράφια ασχολήθηκε μόνο με τα ρούχα της οικογένειας.  
Ραπτομηχανή
(φωτ.ιντερνέτ)

 Οι μοδίστρες αυτές έραβαν γυναικεία και παιδικά ενδύματα, εσώρουχα, κουρτίνες,ανδρικά υποκάμισα  μέχρι και νυφικά,πάνινες τσάντες για το σχολείο καθώς  επιδιόρθωναν και αυτά που είχαν πρόβλημα.
 Θυμάμαι να ακούω γυναίκες στο δρόμο να λέει η μία στην άλλη «πάω για μπρόβα (πρόβα).
Οι μοδίστρες αυτές έραβαν και επιδιόρθωναν επίσης  και τις στολές των λίγων  βρακάδων που είχαν απομείνει στο χωριό.
Θα αναφέρω όσες μοδίστρες θυμάμαι,κυρίως όμως τις παλιότερες.Την Φωτεινή Καραμανή (Κατσιμίδη),την Κατίνα Καραμανή Μαχτά) και Κατίνα Μαργαρίτη(Πιτσιρίκου).

   Τα έτοιμα ρούχα στέρησαν την δυνατότητα στο επάγγελμα να εξακολουθεί να διατηρεί την ζωντάνια του.Παρόλα αυτά  εξακολουθεί να υπάρχει στο χωριό.


Συνεχίζεται.................... 

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Τα επαγγέλματα που έζησα στο Αγερσανί(Μέρος Α΄)





Με το πέρασμα των χρόνων, καθώς ο τρόπος ζωής , οι ανάγκες των ανθρώπων και ο τρόπος παραγωγής πολλών προϊόντων αλλάζουν, πολλά επαγγέλματα εξαφανίζονται ή αντικαθιστούνται από άλλα που έχουν να κάνουν με το σύγχρονο τρόπο ζωής.

Το ίδιο προφανώς συνέβη και στην περίπτωση του χωριού μας.
Η καταγραφή των επαγγελμάτων που έζησα  στο χωριό μας είτε από αγερσανιώτες επαγγελματίες και μαστόρους ,είτε από άλλους ναξιώτες είτε ακόμη και από ξενομερίτες ξεκινά από την δεκαετία του 1950  ακριβώς για να έχει βιωματικό χαρακτήρα και να δικαιολογεί τον τίτλο της εργασίας.
Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν και άλλα επαγγέλματα στα παλιότερα χρόνια  όπως π.χ. το σωματείο των αγερσανιωτών αγωγιατών που μετέφεραν αλάτι από την Αλυκή στη χώρα.

Θα ξεκινήσω από τα επαγγέλματα που ασκήθηκαν από  αγερσανιώτες επαγγελματίες και μαστόρους με καταγραφή σε τυχαία σειρά.
Επίσης σε κάθε επάγγελμα θα προσθέτω και τα  ονόματα  ανθρώπων που θυμάμαι ότι ασκούσαν τα επαγγέλματα αυτά.
Ενδεχομένως να έχω ξεχάσει κάποια ονόματα. Ας με συγχωρήσουν οι απόγονοί τος και αν το επιθυμούν ας με ενημερώσουν για δικούς τους ανθρώπους για να δημοσιεύσω  μια επικαιροποιημένη έκδοση.

1.Ο Ψαράς
Το χωριό μας λόγω του ότι είναι παραλιακό διέθετε των εποχή εκείνη τον δικό του αλιευτικό στόλο αποτελούμενο  από μικρά καΐκια  και ψαρόβαρκες.
Αρκετοί συγχωριανοί μας είχαν τα δικά τους εργαλεία σκάφη και δίχτυα ενώ μερικοί άλλοι εργάζονταν εποχιακά στα εργαλεία αυτά για το μερδικό(μερτικό)της οικογένειας.

Παλιός τρόπος ψαρέματος με πλήρωμα
(φωτ.ιντερνέτ)

Ενδεικτικά αναφέρω τους Παντελή Μαργαρίτη (Τρατάρη),τον Γιώργη τον Σέργη,τον γέρο Νικόλα Βουδιά και τους γιούς του Βασίλη και Δημήτρη,τον Χαράλαμπο τον Κατερίνη (Κανίσκη) και τον αδελφό του Μήτσο  τον Στέλιο Μπιλά τον Μιχάλη Μαργαρίτη (Τζέη).

Στο λοφίσκο του Αγίου Νικολάου η πολιτεία είχε παραχωρήσει έδαφος προκειμένου να χτιστούν μικρά σπιτάκια  για να στεγάζουν οι ψαράδες τα δίχτυα και τα εργαλεία τους.


                                                              Φωτ.Ι.Μελισσουργός

Οι ψαράδες που είχαν σπιτάκια και διέμεναν ταυτόχρονα το περισσότερο χρονικό διάστημα  εκεί ήσαν: Γιώργης Σέργης,Παντελής Μαργαρίτης (Τρατάρης), Χαράλαμπος Κατερίνης (Κανίσκης),Δημήτρης Κατερίνης (Μουμούης), η οικογένεια του Νικόλα Βουδιά με τα παιδιά του Βασίλη και Δημήτρη και ο Μιχάλης Καλογείτονας (Λοστρόμος).
Τα σπιτάκια αυτά έδιναν ζωή εκείνα τα χρόνια ζωή στην έρημη περιοχή.Παρέμειναν ακέραια για αρκετά χρόνια αλλά μετά την εγκατάλειψή τους τα περισσότερα γκρεμίστηκαν και σήμερα παραμένουν ελάχιστα ολόλευκα και δεμένα πια με το τοπίο.

Τα αλιεύματα αποτελούνταν από  μικρά είδη ψαριών π.χ. γόπα,μαρίδα,μικρά βραστόψαρα έως και μεγαλύτερα είδη γαλέοι,σαλάχια,χταπόδια,λιθρίνια μεγάλα βραστόψαρα κ.λπ.
 Οι ψαράδες μας με φορτωμένα  ψάρια στα καφάσια, με τα γαιδούρια τους  και την απαραίτητη παλάντζα γύριζαν τα λιβαδοχώρια για να πουλήσουν τα ψάρια τους.
Τα ψάρια μεταφέρονταν στο σπίτι της νοικοκυράς μέσω ενός αθανατόφυλλου και στην καλύτερη περίπτωση μέσω παλιάς εφημερίδας ενώ σε μερικές περιπτώσεις η νοικοκυρά πήγαινε στον ψαρά με ένα βαθύ αλουμινένιο πιάτο ή με ένα πλεκτό καλάθι. 
Στην αγορά των χωριών πρώτη ζήτηση είχαν τα μικρά ψάρια λόγω της χαμηλότερης τιμής πώλησης  ενώ τα ακριβότερα ψάρια προωθούνταν στην αγορά της χώρας όπου η οικονομική δυνατότητα των κατοίκων ήταν σαφώς ανώτερη ή και στην αγορά της Αθήνας.
Ένα  αλίευμα που ήταν αγαπητό στα χωριά μας ήταν οι ξερές γούπες (γόπες).
Οι γόπες που περίσσευαν απλώνονταν  από τους ψαράδες μας στα βράχια του Αη Νικόλα και με την βοήθεια του ήλιου ξεραίνονταν(αφυδατώνονταν).Στη συνέχεια τοποθετούνταν σε τσουβάλια τρίχινα και πουλιόνταν στα χωριά.
Αγαπημένο στέκι των ψαράδων για να πουλήσουν την ξερή γόπα ήταν η είσοδος του κάτω χωριού και συγκεκριμένα το νιό πηάδι (πηγάδι) δίπλα από το καφενείο του Γιώργη Αρτσάνου (Λιαρμή) και το πεζούλι έξω από το καφενείο του Σταμάτη Δημητροκάλλη (Σταματάκη).
Η ξερή γόπα,μαζί με το λιαστό και ξερό χταπόδι που επίσης έφτιαχναν  ήταν απαραίτητοι μεζέδες  στο κρασί και στην στροφιλιά, για μας δε τα παιδιά μια λιχουδιά,γιατί πριν τα φάμε τα πιπιλίζαμε αρμέγοντας την αλμύρα τους.
Το επάγγελμα του ψαρά ασκείται σήμερα είτε από  απογόνους των παλιών ψαράδων είτε και από νεότερους.

2.Ο Σιδεράς-σιδηρουργός
Το χωριό μας ως κατά βάση αγροτικό χωριό χρησιμοποιούσε όλα τα εργαλεία της εποχής, που ήταν χειροκίνητα αγροτικά εργαλεία .
Από τα εργαλεία αυτά άλλα κατασκευάζονταν ολοκληρωτικά από τους αγερσανιώτες μαστόρους και άλλα  πουλιόνταν έτοιμα αλλά πάντως και αυτά του εμπορίου συντηρούνταν από τους μαστόρους αυτούς.
Οι σιδεράδες που εγώ θυμάμαι ήταν στο πάνω χωριό ο Χαράλαμπος Μαργαρίτης (Κόμπος) και στο κάτω χωριό,ο παλιότερος,στον κουλούριδο ο Μιχάλης Καραμπάτσης ( Χασίκλας) και ο γιός του Νίκος, ο αργότερα και επι σειρά ετών Πρόεδρος της Κοινότητας ,ο Γιάννης Κάβουρας (Γιάνναρος) και ο Μιχάλης Ρεφενές (Μπάφος).
Οι μαστόροι λοιπόν αυτοί είτε κατασκεύαζαν εξ αρχής  εργαλεία όπως σύνεργα, τσάπες,τύμπανα και κουβάδες για τις μαγκανομηχανές,είτε συντηρούσαν τα εργαλεία που κατασκεύαζε η ελληνική βιομηχανία και βιοτεχνία όπως δρεπάνια,τσάπες,κασμάδες κ.λ.π.
Οι τεχνίτες αυτοί πετάλωναν και τα μουλάρια του χωριού.

Μαγκανομηχανή
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)

Οι σιδηρουργοί πέραν των γεωργικών εργαλείων κατασκεύαζαν και συντηρούσαν είδη οικιακής χρήσης όπως φανάρια για τα τρόφιμα,αρμεούς για το γάλα, βρύσες, κουβάδες,κλειδαριές,κοντομήρια(μακριά σιδερένια βέργα για να ασφαλίζει από τα μέσα το κάτω μέρος δίφυλλης πόρτας),μάνταλα σπιτιών,μαγκάλια για θέρμανση,σιδερένιες πόρτες και παράθυρα.
Μερικοί από τους σιδηρουργούς  εξασκούσαν και το επάγγελμα του υδραυλικού.
Δεν ήταν λίγα τα απογεύματα που μικρός την κοπάναγα από το σπίτι  και πήγαινα στον κουλούριδο για να γυρίσω το φυσερό (φούσκα)   στο καμίνι του κυρ Μιχάλη του Καραμπάτση.

Το σιδηρουργείο του Μιχάλη Καραμπάτση
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)

Σήμερα το επάγγελμα συντηρεί,αρκετά διαφοροποιημένο και προσαρμοσμένο στις νέες απαιτήσεις ο Μιχάλης Καραμπάτσης,γιος του Νίκου, με τα παιδιά του.

3.Ο Μηχανικός
    Δειλά δειλά κάνουν την εμφάνισή τους στο χωριό μέσα της δεκαετίας του 1960 και τα μηχανοκίνητα εργαλεία όπως πετρελαιομηχανές, βενζιμομηχανές,τρακτέρ καθώς και οι  πετρελαιοκινητήρες των καικιών.
     Εκεί επεμβαίνει για την συντήρησή τους ο Βασίλης Ναυπλιώτης(Τσελέπης) ο οποίος διατηρεί το συνεργείο του στην χώρα και αργότερα στην περιοχή Λουτσιά,  ο Νικόλας Γαλανός και ο Βασίλης Καραμπάτσης που είχε το συνεργείο του στην χώρα στην περιοχή του νεκροταφείου,δίπλα στο ξυλουργείο των αδελφών Καπρή.

Πετρελαιομηχανή
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)

 
4.Ο Ξυλουργός
Τα παράθυρα και οι πόρτες των σπιτιών ήταν μόνο ξύλινα όπως επίσης και τα λιγοστά  έπιπλά του.
Οι ξυλουργοί της εποχής συμμετείχαν και στις ξύλινες υποδομές με  την κατασκευή τραβών και δοκαριών στήριξης του σπιτιού και της ταράτσας.
Ακόμη ξύλινα ήταν και αλλά οικιακά σκεύη και εργαλεία όπως κοπανίδες για το πλύσιμο,σκάφες για το ζύμωμα κ.α.
Το χωριό διέθετε τους δικούς του μαστόρους που είτε είχαν τα εργαστήριά τους στο χωριό είτε στη χώρα.
Ο Βασίλης και ο Δημήτρης Καπρής (Καπριδάκια),ο Βλάσσης Καραμανής,ο Γιάννης Καρεγλάς(Γιανναρές),ο Νικόλας Μαργαρίτης(Τζέης) κ.α.
Το επάγγελμα αυτό, γνώριζε τα χρόνια εκείνα και στη συνέχεια με την ανάπτυξη του τουρισμού άνθηση και έτσι πολλά αγερσανιωτόπουλα μαθήτευαν γύρω από τους μαστόρους αυτούς ανοίγοντας αργότερα τα δικά τους εργαστήρια.
Σήμερα αρκετοί αγερσανιώτες ασκούν το επάγγελμα και έχουν τα σύγχρονα εργαστήριά τους στις περιοχές του χωριού μας.

Παλιό ξύλινο παράθυρο με γρύλιες
(φωτ.Ι.Μελισσουργός)



5.Ο Εμπορος
Μερικοί αγερσανιώτες ασχολήθηκαν με το επάγγελμα του εμπόρου αγροτικών προιόντων.
Τα καταστήματα-αποθήκες βρίσκονταν στην χώρα στο δρόμο του νεκροταφείου με κατεύθυνση στην Παπαβασιλείου.
Οι έμποροι αυτοί ¨έκαναν¨ (αγόραζαν δηλαδή από τους αγρότες) και μεταπουλούσαν στη συνέχεια πατάτες,κρεμμύδια,κριθάρι,καρπούζια κ.α. Επίσης πουλούσαν σε αυτούς ζωοτροφές.
Οι λιβαδίτες παραγωγοί φόρτωναν την πραμάτεια τους στα γαιδούρια και τα μουλάρια και την παρέδιδαν στους εμπόρους αυτούς οι οποίοι αφού την ζύγιζαν στην πλάστιγα την κοστολογούσαν και ή τους πλήρωναν σε χρήμα ή αντιστάθμιζαν σε ζωοτροφές.
Εγώ θυμάμαι ως τέτοιους εμπόρους τον Κώστα Μαργαρίτη(Τζέη),τον Ανδρέα Μαργαρίτη (Μπίτουλα),τον Δημήτρη Μαργαρίτη(Νικοβάκη) και τον Μιχάλη Μαργαρίτη(Χάλη).

Πραγματική φωτογραφία από τον τόπο που αναφέρεται με Αγερσανιώτες
(φωτ.ιντερνέτ)

   
5.Ο Μυλωνάς

Σταρένιο αλεύρι
(φωτ.ιντερνετ)

    Στο χωριό εκείνα τα χρόνια ένα μέρος  από το  αλεύρι που χρησιμοποιούσαν για το ψωμί ήταν συνήθως από στάρι ή  και κριθάρι τοπικής παραγωγής.
   Μεγαλύτερης όμως επεξεργασίας ήταν το κριθάρι που το χρησιμοποιούσαν συνήθως για ζωοτροφή των πουλερικών,των αγελάδων και των κατσικοπροβάτων.
   Δεν θα αναφερθώ στους ανεμόμυλους που υπήρχαν στους γύρω λόφους και ήταν Γλιναδιωτών και Τριποδιωτών για δεν τους έζησα από κοντά. Ειχαν διακόψει πρόσφατα γύρω στα μέσα  της δεκαετίας του 1950 την λειτουργία τους.
    Θυμάμαι  όμως τον πετρελαιοκίνητο μύλο που διατηρούσε λίγο έξω από το χωριό στην περιοχή του Αη Γιάννη ο κυρ Μιχάλης Ρεφενές(Μπάφος),όπου άλεθε με αμοιβή κριθάρι και σιτάρι.
  Το επάγγελμα αυτό δεν υπάρχει σήμερα στο χωριό μας .





Συνεχίζεται.........................

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

Φέτα ψωμί και παιχνίδι στις δεκαετίες 1950-60


  Τη φέτα σου και δρόμο!!!!!!!!!!!!!
Με την προσταγή  αυτή η συγχωρεμένη η  μάνα μου προσπαθούσε να με ξεφορτωθεί από τα πόδια της για να κάνει τις δουλιές του σπιτιού .  
Εγώ τότε ήξερα ότι άρχιζε το παιχνίδι με τους φίλους μου στο Μπατή,στο πέρα χωριό ,το παλιάμπελο και στη Λούκα.

Το κλίμα της εποχής.
Τη δεκαετία του 1950 η Ελλάδα κάνει μεγάλη προσπάθεια να απαλλαγεί από τις καταστροφικές   συνέπειες του Β΄Παγκοσμίου πολέμου   αλλά και του εμφυλίου που ακολούθησε  και να μεταπηδήσει σε μια σύγχρονη εποχή.
Τα αγερσανιωτάκια της δεκαετίας του 1950 αλλά και αυτής του 1960 που οι αλλαγές στη χώρα γίνονται με πολύ αργούς ρυθμούς,μεγαλώνουν μεν σε μια κοινωνία που δεν είχε επηρεαστεί άμεσα από το μετεμφυλιακό κλίμα πλην όμως ή ζωή στο χωριό δεχόταν τις έμμεσες συνέπειες.
Η οικονομία της χώρας ήταν σε άθλια κατάσταση ,το επίπεδο διαβίωσης πολύ χαμηλό και βασίζονταν κυρίως στην πληγωμένη γεωργική παραγωγή, στην υποτυπώδη βιομηχανική  και στην εξωτερική βοήθεια.
Η επιβίωση στο χωριό βασίζονταν στην φτωχή  και μικρή γεωργική παραγωγή που αποτελούσε ταυτόχρονα πηγή εσόδων αλλά και διατροφής.
Οι οικογένειες βρίσκονται αναμεταξύ τους σε παρόμοια οικονομική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από οικονομική δυσπραγία έως και ανέχεια.
Τα αγερσανιωτάκια της περιόδου αυτής διατρέφονται από τα σχολικά συσσίτια και στο σπίτι η σίτιση ήταν από τα προϊόντα  που παράγει η οικιακή  οικονομία.
Εκτός λοιπόν από το κύριο καθημερινό μενού των συσσιτίων της οικογένειας δημιουργείται και ένα διαφορετικό, ας το ονομάσουμε πρόχειρο ή κολατσιό,  που έχει κοινά χαρακτηριστικά για όλα τα παιδιά του χωριού.
Να ληφθεί υπόψη από τους αναγνώστες, ότι   οι περισσότεροι γονείς και κυρίως οι μητέρες δεν βρίσκονται διαρκώς στα σπίτια τους γιατί απασχολούνται πολλές ώρες με τα κτήματα και τα ζώα τους και συνεπώς το πρόχειρο αυτό φαγητό ήταν μια ανάγκη γιατί ήταν πολλές φορές και το μοναδικό στο σπίτι.
Βάση των κοινών αυτών συνηθειών διατροφής αποτελεί το  ψωμί που κατασκευάζεται από τα χέρια της νοικοκυράς του σπιτιού και ψήνεται στους φούρνους κάθε γειτονιάς του χωριού.
Τα παιδιά μετά από το σχολείο ή μετά την εκκλησία την Κυριακή και το κατηχητικό με μια φέτα ψωμί στο χέρι, συναντώνται σε ένα ατελείωτο  παιχνίδι στους δρόμους στα σοκάκια και τις γειτονιές του χωριού που φθάνει μέχρι και αργά το βράδυ γιατί τα γράμματα και η γνώση για τους περισσότερους μαθητές αποτελούσαν μια καταναγκαστική υποχρέωση που “καλό” θα ήταν να μην υπήρχε. Άλλωστε οι γονείς κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι, αγράμματοι πολλές φορές και  οι ίδιοι δεν έδιναν πολλή σημασία για την μόρφωση των παιδιών τους.

Τα παιδιά λοιπόν κρατούν  και τρώνε συνάμα με το παιχνίδι τη  φέτα του ψωμιού που μπορεί να  είναι ή σκέτη η “πασπαλισμένη” με διάφορα γευστικά «επιθέματα» που αναφέρονται στη συνέχεια μας και αποτελούν το κύριο μέρος αυτής της ανάρτησης.

Το άρθρο αυτό έχει ακριβώς να κάνει ακριβώς με το πρόχειρο γεύμα των παιδιών των χρόνων εκείνων,σε μια δική μου προσπάθεια αναμόχλευσης της μνήμης των παλιών και ενημέρωσης των νέων για το πως μεγάλωσαν οι γονείς και οι παππούδες τους.

Ανά χείρας λοιπόν την φέτα ζυμωτού ψωμιού της μάνας που μπορεί να ήταν.......

1.Σκέτη φέτα ψωμί.Είτε η βιασύνη του παιχνιδιού δεν “επέτρεπε” καθυστερήσεις ώσπου η μάνα να βάλει το συμπλήρωμα ή εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κάτι για να αλείψει   στη φέτα.

Να έχουμε διαρκώς στη υπόψη  μας ότι είχαμε δύσκολα χρόνια και πολλές οικογένειες ζούσαν στο όριο της φτώχειας. Έτσι το τι θα “στόλιζε" τη φέτα δεν ήταν μόνο θέμα προτίμησης γεύσης αλλά και ανάγκης.

2.Φέτα ψωμί με νερό και ζάχαρη.
Όπως λέει και ο τίτλος ,το μενού ήταν μια χοντροκομμένη φέτα ψωμί βρεγμένη με νερό και πασπαλισμένη με λίγη ή πολύ  ζάχαρη στην περίπτωση που η μάνα δεν είχε τον έλεγχο.
Εμείς τα παιδιά βέβαια θέλαμε πολύ ζάχαρη αλλά δεν ήταν διαθέσιμη για σπατάλη.Η ζάχαρη πουλιούνταν χύμα  και για να έχεις αρκετή είτε έπρεπε να δώσεις αρκετά αβγά στον μπακάλη σε αντάλλαγμα ή να χρεώσεις το τεφτέρι(δεφτέρι) με το βερεσέ  της οικογένειας στον μπακάλη.

3.Φέτα ψωμί με λάδι
Το ψωμί έχει βραχεί με σπορέλαιο και ελάχιστες φορές με λάδι και αυτό γιατί το λάδι ήταν είδος πολυτελείας στα λιβάδια.




4. Φέτα ψωμί με λάδι  και ζάχαρη.
Το ψωμί έχει βραχεί με σπορέλαιο και ελάχιστες φορές με κανονικό λάδι και έχει τοποθετηθεί επάνω του ζάχαρη.Αυτή η φέτα είχε ίσως την νοστιμότατη γεύση.




5.Φέτα ψωμί με πελτέ τομάτας.
Στην φέτα έχει αλειφθεί πελτές τομάτας.Ο πελτές που κυκλοφορούσε εκείνα τα χρόνια στο χωριό ήταν της εταιρίας Κύκνος.
Η γεύση αυτού του μείγματος ήταν ελαφρώς ξινή πλην  όμως χορταστική.


6.Φέτα ψωμί με πετιμέζι.Γευστικό και χορταστικό σετ.
Το πετιμέζι είναι γλυκό παράγωγο του σταφυλιού και συγκεκριμμένα του μούστου αφού υποστεί βρασμό και ειδική επεξεργασία.

7.Φέτα ψωμί με ταχίνι και ζάχαρη.
Η δυνατότητα για αυτή τη γεύση δόθηκε αργότερα στη δεκαετία του 1960 κυρίως και αποτελούσε ένα πρόχειρο φαγητό που σε κράταγε χορτάτο για αρκετή ώρα.

8.Φέτα Ψωμί με θρεψίνη

 Άλειμμα  που δεν μπορούσες να φας αρκετό λόγω της υψηλής γλυκύτητας του.
Η Θρεψίνη είναι παράγωγο της σταφίδας  που με επεξεργασία γινόταν  σταφυλόκρεμα.
Η θρεψίνη αποτελούσε το αγαπημένο κολατσιό μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1960.Πριν λίγα χρόνια έγινε μια προσπάθεια από εταιρία να ξανακυκλοφορήσει η θρεψίνη αλλά μάλλον δεν πέτυχε εμπορικά  και αποσύρθηκε,τώρα δε σπανίως συναντάται στο εμπόριο.

9.Φέτα ψωμί με τυρί-γραβιέρα ή ξυνότυρο.
Χορταστικό γεύμα που αντικαθιστούσε και το κυρίως φαγητό με τη διαφορά ότι το ψωμί αρκετό αλλά το τυρί πολύ λίγο.
Η μάνα μου για να μας τονίσει την οικονομία στο μέγεθος της μπουκιάς του τυριού μας έλεγε ¨μάκι μάκι το ψωμάκι”.

10.Το ντεκότο
Το ντεκότο δεν ήταν μεταφερόμενο κολατσιό και έπρεπε να καταναλωθεί στο σπίτι αλλά αναφέρεται εδώ ως πρόχειρο φαγητό.
Ντεκότο ονόμαζαν ένα παρασκεύασμα από ωμό  κρόκο αβγού το οποίο ανακατεύαμε μέσα σε φλιτζάνι προσθέτοντας  διαρκώς ζάχαρη ώσπου να γίνει ένα παχύρευστο μείγμα που το τρώγαμε με το κουτάλι.

Εποχιακό κολατσιό.

1.Φέτα ψωμί και ξυνομυζήθρα
Πάνω στο ψωμί αλείφαμε φρέσκια ξυνομυζήθρα.Το μενού αυτό ήταν εποχιακό γιατί η μυζήθρα υπήρχε  από το  Πάσχα μέχρι τον Αύγουστο που κυοφορούσαν οι κατσίκες.
Το κολατσιό αυτό μου το θύμισε η πολύ καλή φίλη και συνεργάτης σε αυτή την προσπάθεια, Ευαγγελία Κ.Δημητροκάλλη που και αυτή διατηρεί με αγάπη  στη μνήμη της αυτές τις γεύσεις.

2.Μπιρνάς
Το παρασκεύασμα αυτό φτιάχνονταν την  εποχή του χρόνου που ήταν ώριμος ο καρπός των σχίνων (σκοινιές) .
Γεμίζαμε λοιπόν τις τσέπες με ψωμί και σταφίδες ή και ξερά σύκα και παρέες ξεχυνόμαστε στους φράχτες με τα σχίνα.
Κόβαμε ένα κόμπο από καλάμι από τη μια πλευρά,την άλλη την αφήναμε κλειστή και με ένα μικρότερο καλάμι συμπιέζαμε κόκκους σχίνου και εναλλάξ μασημένο ψωμί,σταφίδες ή και σύκα.Στο τέλος όταν γέμιζε το καλάμι το ανοίγαμε και τρώγαμε το περιεχόμενο.Λίγο στιφό το γεύμα αλλά   μας άρεσε.
Καλάμι μπιρνά



Όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς τα περισσότερα αλείμματα στις φέτες του ψωμιού είχαν γλυκιά γεύση και αυτό γιατί αφενός υπήρχε η δυνατότητα να υπάρχουν στο σπίτι τα υλικά και αφετέρου προσέδιδαν ενέργεια που ήταν απαραίτητη για τα παιδιά εκείνης της εποχής

Υ.Γ. Την ίδια εποχή στο χωριό τα καταστήματα πουλούσαν φρέσκα σάντουιτς με πολλές γεύσεις και οι φούρνοι έβγαζαν τυρόπιτες μπουγάτσες και κουλούρια αλλά εμείς προτιμούσαμε τα παραπάνω εδέσματα.