Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

Αγερσανιώτικα μητάτα μιας άλλης εποχής.

 



Η αλλαγή στο Αγερσανιώτικο τοπίο είναι ραγδαία και δραματική.

Η ιστορία αυτού του χωριού, παρά την εικόνα ευμάρειας που φαίνεται να υπάρχει σήμερα, γράφτηκε μέσα από φτώχεια και δύσκολη ζωή. Η γεωργική του έκταση παρουσιάζει μια ανισορροπία σε σχέση από τα υπόλοιπα λιβαδοχώρια. Ένα μεγάλο μέρος της έκτασής του αποτελείται από καλλιεργήσιμη έκταση, σχετικά μικρής ατομικής ιδιοκτησίας ενώ ένα επίσης μεγάλο μέρος γης είναι παράλιο, αρκετά άγονο και υφάλμυρο με αμμώδη γη. (αναφέρομαι στις εκτάσεις που καλύπτουν τα νοτιοδυτικά του παράλια και το σύνολο της Στελίδας).

Η γεωγραφική θέση του χωριού και η γειτνίαση  της  περιφέρειας του  με την θάλασσα είναι η αιτία των μεγάλων αλλαγών που συντελούνται από τα μέσα της δεκαετίας του  1970 έως και σήμερα.

Γράφει ο συντοπίτης μας Ομότιμος Καθηγητής Λαογραφίας Μανόλης Σέργης σε μια από τις αναφορές του για την ονομασία του χωριού με τίτλο «Προς το Γερσανί από τους δρόμους της ιστορίας και της Κοινωνικής Λαογραφίας».

« Το Αγερσανί ήταν (όπως τα άλλα Λιβαδοχώρια) ανέκαθεν γεωργική κοι- νότητα, όμως το τμήμα του κάμπου του Λιβαδιού που του επιδικάστηκε με τις επίσημες κρατικές (τελικές) χωροθετήσεις του 1931 ήταν το ολιγότερο εύφορο τμήμα του. Η αποδεκτή απ’ όλους τους γείτονες οριοθέτηση είχε μεν «καταδικάσει» τους χωρικούς του σε μειωμένη (εν σχέσει με τους άλλους πλησιόχωρους) γεωργική παραγωγή, αλλά είχε και τα θετικά της στοιχεία: η μη προσοδοφόρα γη (ο οικολογικός ντετερμινισμός) έστρεψε τους κατοίκους του σε τεχνικά επαγγέλματα (ανέδειξε καθ’ όλον τον 20ό αι. ονομαστούς κτίστες, οικοδόμους, ξυλουργούς, που επεξέτειναν την επαγγελματική δράση τους και εκτός του χωριού), στην αλιεία, στην παραγωγή του «κρατικού» αλατιού στο Αλατοπηγείο της Αλυκής, και τους αποδέσμευσε από τον εναγκαλισμό της μονοκαλλιέργειας της πατάτας και ό,τι αυτός επέφερε, όπως συνέβη στο γειτονικό Γλινάδο μετά το 1953.

Όμως, κατά την οριοθέτηση τούς επιδικάστηκε επιπλέον ένα στενό κομμάτι παραθαλάσσιας, άγονης, αμμώδους γης αρκετών  χιλιομέτρων,  από την Στελίδα μέχρι την Πλάκα και πλάτους (βάθους) λίγων εκατοντάδων μέτρων, από την ακρογιαλιά προς το εσωτερικό του Λιβαδιού. Αυτή η μέχρι προ τινος ευτελής λωρίδα γης και λοιδορούμενη από τους γειτόνους τους αλλά και τους ίδιους τους Αγερσανιώτες ήταν ο παράγων που άλλαξε τον οικονομικό και κοινωνικό βίο του χωριού, και όχι μόνον αυτού. Είχαμε, δηλαδή, μια ξεχωριστή περίπτωση αλλαγής χρήσης της γης και του τοπίου υπό τη διαφαινόμενη επέλαση του τουριστικού ρεύματος: τα άγονα παραλιακά ξεροχώραφα μετατράπηκαν (με την πάροδο του χρόνου, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 κ.ε.) σε πανάκριβα οικόπεδα, όπου οικοδομήθηκε το κέντρο της τουριστικής βιομηχανίας που έχει αναπτυχθεί στη δυτική παραλία της Νάξου.

Εμείς οι παλιότεροι έχουμε πλήρη αντίληψη των αλλαγών που έχουν επέλθει.

 Η μορφή της οικονομίας του χωριού έχει αλλάξει. Συγκεκριμένα, η αγροτική παραγωγή έχει συρρικνωθεί και η κτηνοτροφία έχει γίνει πιο επαγγελματική, με κίνδυνο όμως να συρρικνωθεί κι αυτήν λόγω της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της χώρας.

Εκείνος ο τομέας που ανθεί  μετά την δεκαετία του 1980 είναι η τουριστικός, και αυτός όμως μέσα σε ένα ερασιτεχνικό, αντιεπαγγελματικό, αυθαίρετο σε πολλές περιπτώσεις  και αντιπεριβαντολλογικό κλίμα. Όλες οι παραλίες έχουν καταληφθεί από υποδομές τουριστικής εκμετάλλευσης σε σημείο καταστροφής του ιδιαίτερου φυσικού περιβάλλοντος (Αλυκή, αμμοθίνες).

Το πώς και από ποιους διαμορφώθηκε ο χάρτης των δυτικών και νοτιοδυτικών παραλιών του νησιού που χωροταξικά ανήκει στο Αγερσανί είναι πολύ γνωστός στους Αγερσανιώτες κάποιας ηλικίας και στους νεότερους μέσα από αφηγήσεις των γονιών τους.  

Σήμερα, σχεδόν κάθε χώρος της Αγερσανιώτικης γης έχει  διαμορφωθεί είτε από μετατροπές  παλιών κτισμάτων που υπήρχαν εγκαταλειμμένες στο χωριό και στα χωράφια σε σύγχρονες κατοικίες ή  έχει οικοδομηθεί και τσιμεντοποιηθεί σε  υπερβολικό βαθμό από μεγάλες και μικρές τουριστικές εγκαταστάσεις χωρίς την ανάλογη μέριμνα της τοπικής αυτοδιοίκησης για υποδομές (πάρκινγκ, οδικό δίκτυο κ.λ.π.) καθώς και των ίδιων των επαγγελματιών που αδυνατούν να αντιληφθούν το «κοινό καλό».

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970 στα χωράφια του χωριού και όχι σε όλα, υπήρχαν μόνο αγροτόσπιτα («μητάτοι»), μάντρες και προστεάδες. Σιγά σιγά, όσοι από τους Αγερσανιώτες που είχαν μεταναστεύσει  στην Αθήνα τις δεκαετίες του ‘50 και ’60 δεν είχαν πουλήσει την περιουσία τους  άρχισαν να οικοδομούν κτίσματα παραθεριστικής  διαμονής, ενώ όσοι την είχαν ήδη  πουλήσει  έκτισαν και αυτοί παραθεριστικές κατοικίες με αγορά οικοπέδων και χωραφιών. Η ιστορία αυτή συνεχίστηκε και από τα παιδιά τους που λαχταρούσαν ένα «σπιτάκι» στον τόπο καταγωγής των γονιών τους.


Αργότερα, από την αρχή της δεκαετίας του 1980  άρχισαν να οικοδομούνται τουριστικά καταλύματα μικρής κλίμακας με το λεγόμενο αγροτουριστικό χρηματοδοτικά ευνοϊκό πρόγραμμα που ξεκίνησε το ΠΑ.ΣΟ.Κ  και αργότερα εγκαταστάσεις  πολύ μεγαλύτερης τουριστικής εξυπηρέτησης. Αλλοδαποί κυρίως από τις χώρες της Ε.Ε. είδαν το νησί ως σπουδαίο και αναπτυσσόμενο τουριστικό προορισμό και άρχισαν και αυτοί με  αγορές αγροτεμαχίων και παλιών κτισμάτων και συνέχισαν με οικοδόμηση οικιών παραθεριστικής και μόνιμης διαμονής.

Έτσι τα Αγερσανιώτικα χωράφια γέμισαν από κτίσματα κάθε μορφής.



Τι εξυπηρετούσαν τα αγροτόσπιτα- «μητάτα»;

Κύρια χρήση τους ήταν η διαμονή των αγροτών και των οικογενειών τους  σε αυτά κατά την περίοδο των αγροτικών εργασιών στα χωράφια οι οποίες απαιτούσαν την παρουσία τους εκεί από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι το απόβραδο.

Η χρονική αυτή περίοδος διαρκεί από το τέλος του Μαΐου μέχρι τέλος Σεπτέμβρη.

Οι αγροτικές εργασίες που συντελούνταν τότε ήταν το «βγάλημα» και η διακίνηση της πατάτας, ο θερισμός και ο αλωνισμός, το μποστάνι, τα ζαρζαβατικά, ο τρύγος και η σπορά της χειμερινής παραγωγής της πατάτας.

Το φθινόπωρο και χειμώνα τα αγροτόσπιτα ήταν για τον αγρότη ένα μέσο προφύλαξης από το κρύο και την βροχή για τις ελάχιστες αγροτικές εργασίες που έπρεπε να κάνει στο χωράφι του.Επίσης τα μητάτα αποτελούσαν χώρο συγκέντρωσης παρεών για τα χριστουγεννιάτικα χοιροσφάγια και τόπος που οι γείτονες τις βροχερές και κρύες ημέρες του χειμώνα μαζευόντουσαν στο μητάτο μέχρι να περάσει η μπόρα ανάμεσα σε καφεδάκι, συζήτηση και πολλές φορές ανάμεσα σε κρασάκι που υπήρχε πάντα στην ντραμιτζάνα, πρόχειρο μεζέ και ρακί(στροφυλιά). Η βροχή και το κρύο έδιναν την ευκαιρία σε όσους αγρότες κατείχαν την τέχνη  να φτιάξουν σχοινιά και βουρλιές για τα ζά καθώς επίσης καλάθια,πανέρια κλ.π

Στα «μητάτα» αποθήκευε ο αγρότης τα εργαλεία του. Εάν ήταν μεγαλόχωρα έβαζε και λίγες ζωοτροφές (άχυρα, πίτερα κ.λ.π) ενώ εάν στο κτήμα υπήρχαν ζώα όπως αγελάδες, κατσίκες και πρόβατα ξενυχτούσε παρακολουθώντας τη γέννα τους.



Τα «μητάτα» αυτά ήταν μονόχωρα. Τα ντουβάρια ήταν κατασκευασμένα από πέτρες και απλά επιχρίσματα για να μην περνάει ο αέρας και η στέγαση αποτελούνταν από καλαμωτές στηριγμένες σε κορμούς αθανάτων και χωμάτινη επίστρωση( φυρόχωμα) για να μην περνάει το νερό. Είχαν συνήθως ένα μόνο μικρό ξύλινο παράθυρο και μια πρόχειρη ξύλινη πόρτα .







Σε μερικές περιοχές δημιουργήθηκαν και οικισμοί με «μητάτα» όπως ο Μαστοράκης που είναι καταγεγραμμένος ως επίσημος οικισμός του χωριού με στατιστικά στοιχεία κατοίκων, τα Πετράδια όπου τοποθετήθηκε και ένα από τα τρία δημόσια τηλέφωνα του χωριού στο «μητάτο» του Δημήτρη Κάβουρα (Γιωργάκη).[1] Μέσα συνήθως είχαν για κρεβάτι μια ξυλοκατασκευή με στρώμα από άχυρα, ξύλινο τραπέζι, λάμπα πετρελαίου, φακό ή λούξ, λυχνάρι, ένα εντοιχισμένο πέτρινο ερμάριο για τα σκεύη φαγητού, εργαλεία, καμνάδα για μαγείρεμα, λαΐνα με δροσερό νερό και εικονίσματα αγίων προστατών των ζώων και των αγροτών.

Μέρος του οικισμού Μαστοράκης

Ένας μικρός αριθμός γεωργικών «μητάτων» είχε να κάνει και με  την χρήση τους  ως τυροκομεία όπου οι κτηνοτρόφοι έπηζαν το γάλα και έπαιρναν την μυζήθρα και το τυρί τους. Τέτοια κτίσματα ήταν το «μητάτο» του Γιώργη Μεντζουβή (Σορώκου) στον Μαστοράκη όπου ο γαμπρός του Βασίλης Πολυκανδριώτης έφτιαχνε σπουδαίο αρσενικό και μυζήθρες, και του Σταμάτη Καπρή στον Άγιο Παντελεήμονα επίσης με μυρωδάτες μυζήθρες, ξυνοτύρια και αρσενικό.

Πολλά από τα ελάχιστα «μητάτα» που υπάρχουν σήμερα είναι εγκαταλελειμμένα και μισογκρεμισμένα παραπέμποντας σε εκείνες τις εποχές  και στους απόντες απλοϊκούς και φιλήσυχους  συγχωριανούς, άλλα έχουν δεχθεί μερικές επισκευές όπως σοβάντισμα,αντικατάσταση στέγης ,πόρτας και παραθύρου, για να συνεχίσουν να εξυπηρετούν  την επόμενη γενιά αγροτών και άλλα έχουν δεχθεί γενναίες παρεμβάσεις και αποτελούν σήμερα παραθεριστική κατοικία των κληρονόμων τους.

Η δημοσίευση αυτή αφορά μόνο τα αγροτόσπιτα - «μητάτα» και όχι τα τυχόν παρακείμενα κτίσματα όπως μάντρες, και προστεάδες.

Για να συγκεντρωθούν οι φωτογραφίες των ελάχιστων εναπομεινάντων μητάτων «έπεσε αρκετό τρέξιμο» αλλά χαλάλι.Εδώ παρουσιάζω ένα δείγμα.

Το υλικό συμπληρώθηκε με την πολύτιμη βοήθεια του Ανδρέα Ι. Κάβουρα (Μπειρίκου) που γνωρίζει το χωριό και το που ανήκει κάθε τι καλύτερα από τον οποιονδήποτε. Τον ευχαριστώ.




















[1]Το δεύτερο  του χωριού αρχικά στο σπίτι του Σπύρου Μαργαρίτη (Σπυρούκλα) και στη συνέχεια στο παντοπωλείο του Βασίλη Ρεφενέ,  και στην Αγία Άννα στο σπίτι του Γιώργη του Χίου που ήταν κόλλημα με το ιδιόκτητο εκκλησάκι του την Αγία Άννα.





Σάββατο 28 Μαΐου 2022

1974 - Έκθεση Μορφωτικού Σύλλογου Αγροτικής Νεολαίας Αγερσανίου Νάξου».

 




Αρχείο Ευαγγελίας Κ.Δημητροκάλλη
Πόπη και Ευαγγελία Δημητροκάλλη αγκαλιά "με την ταμπέλα του Συλλόγου"


Και εκεί που νόμιζες ότι όλα έχουν χαθεί και δεν είχε απομείνει τίποτα ,έρχεται ένα νέο παλικάρι  με αφορμή άλλο γεγονός και σου ανακοινώνει,σαν να μην έκανε τίποτα σπουδαίο,ότι εκείνο που αναζητάς 48 ολόκληρα χρόνια δεν έχει χαθεί ολωσδιόλου, αλλά πρόφθασε και έσωσε, με την αγάπη και την διορατικότητά του ότι είχε απομείνει,λίγο πριν πεταχτεί στον κάδο σκουπιδιών, ή καεί στην φωτιά.

Το καλοκαίρι λοιπόν του 1974(αρχές Ιουνίου) η τότε νεολαία του χωριού συστήνει τον  «Μορφωτικό Σύλλογο Αγροτικής Νεολαίας Αγερσανίου Νάξου».

Τα μέλη του Συλλόγου μαζί με την ίδρυση,αποφασίζουν τότε κάτι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα του χωριού και της εποχής ίσως και του νησιού.

Να πραγματοποιήσουν στο κτίριο της Αγροτολέσχης του χωριού μια έκθεση που θα παρουσίαζε στους επισκέπτες της, μέσα από σκεύη και εργαλεία ,τον τρόπο ζωής και εργασίας του Αγερσανιώτη γεωργού-κτηνοτρόφου και της αγερσανιώτισσας  νοικοκυράς ,μάνας και αγρότισσας.

Η απόφαση εύκολη αλλά η πραγμάτωση;

Πολύ δύσκολη, γιατί έπρεπε σε πολύ σύντομο χρόνο,μέσα στις  γυμνασιακές καλοκαιρινές εξετάσεις,οι συγχωριανοί να  μας εμπιστευτούν και να ανοίξουν τα σεντούκια και τους μιτάτους τους και να μας παραδώσουν,υπό μορφή δανεισμού βεβαίως,ότι παλιό υπήρχε και ότι οικογενειακό κειμήλιο φυλάσσονταν για χρόνια στα μπαούλα.

Ο νεανικός ενθουσιασμός όμως νίκησε τον σκεπτικισμό και κάθε αρνητική σκέψη  και ξεχυθήκαμε σε κάθε σπίτι.Οι περισσότεροι συγχωριανοί,σαν  να μας περίμεναν μας παρέδωσαν τα φυλαγμένα τους με πολύ χαρά.

Ταυτόχρονα με την ομάδα αναζήτησης του υλικού, μια άλλη ομάδα ετοίμαζε τον εσωτερικό και τον εξωτερικό χώρο της Αγροτολέσχης.

Τα αντικείμενα τοποθετήθηκαν ανά θεματική ενότητα  στην αυλή στήθηκε το αεράνι,η φούσκα και το αμόνι  του σιδερά.

Η έκθεση άνοιξε τις πόρτες της με πολύ κόσμο από την χώρα και όλα τα λιβαδοχώρια.

Χωρίς ραδιόφωνα ή άλλα τοπικά μέσα ενημέρωσης ,χωρίς μέσα κοινωνικής δικτύωσης,από στόμα σε στόμα, η ύπαρξη της έκθεσης απλώθηκε σε όλο τον νησί.Επισκέφτηκαν την έκθεσή μας ,οι ξενιτεμένοι Αγερσανιώτες,εκατοντάδες κάτοικοι του νησιού από όλα τα χωριά,Ελληνες τουρίστες  και αρκετοί από τους τότε λιγοστούς  αλλοδαπούς επισκέπτες του νησιού μας.

Λόγω της μεγάλης προσέλευσης η έκθεση παρέμενε ανοικτή  μέχρις αργά το βράδυ(με βάρδιες για να διαβάζουμε κιόλας λόγω εξετάσεων) και επί μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο δεν ενθυμούμαι ακριβώς,πάντως η έκθεση κράτησε μέχρι και τα μέσα Αυγούστου 1974.

Δυστυχώς από εκείνη την έκθεση χάθηκε ένα πολύ σημαντικό μέρος του έντυπου και φωτογραφικού υλικού, όπως ήταν το βιβλίο εντυπώσεων επισκεπτών όπου μέσα έγραψαν τις εντυπώσεις τους και τον θαυμασμό τους πολλοί επισκέπτες ανάμεσά τους τοπικοί θεσμικοί παράγοντες του νησιού αλλά και άλλοι των ελληνικών γραμμάτων και του πολιτισμού  που είχε καλέσει ο Ιωάννης Μαργαρίτης (Μπαρμπούνης),ο οποίος εκτός από τις εκπληκτικές  φωτογραφίες του,μέρος των οποίων σώζονται σήμερα και ψηφιοποίησα ,μας βοήθησε με την καλλιτεχνική του ματιά και στο στήσιμο του υλικού, εκτός βέβαια και της επιλογής των εκθεμάτων.

Η Ευαγγελία Κ.Δημητροκάλλη,θυμάται και συμπληρώνει: "Αυτό που θα πω είναι πως η συμβολή του Ιωάννη του Μπαρμπουνη, με το υλικό του, τις συμβουλές του και την διαρκή παρουσία του, ήταν καθοριστική. Χωρίς αυτόν δεν νομίζω να γινόταν. Θυμάμαι τα βράδια νύχτες μαζευόμαστε στο σπίτι του και συζητούσαμε μέχρι αργά, το πως θα στηθεί όλο αυτό. Γυρίζαμε να μαζεύουμε χαρανιά, λύχνους, κουτάλες ξύλινες κλπ. Για κάθε αντικείμενο που έφερνε κάποιος, γινόταν πανηγύρι. Βέβαια, όλα έπρεπε να τα ελέγξει ο Ιωάννης, πριν βρουν τη θέση τους στην έκθεση."

Για να επανέλθω στην αρχή ,ότι σώθηκε λοιπόν στις μέρες μας οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στον Πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού Μιχάλη Στ.Σέργη.

Τον ευχαριστώ εκ μέρους όλων εκείνων των νεολαίων που δουλέψαμε για εκείνη την έκθεση.

Η ανάρτησή μου είναι μια προσφορά πρώτα σε εκείνους και στη συνέχεια σε όλους τους συγχωριανούς που είναι τουλάχιστον σήμερα εν ζωή για την εμπιστοσύνη που μας έδειξαν και μας δάνεισαν τα πολύτιμά τους και στον Ιωάννη για την καθοριστική συμβουλευτική και πρακτική συμβολή του.

Οι νέοι μας ας πάρουν δύναμη δημιουργίας για κάτι ανάλογο ή καλύτερο.Η Διοίκηση του Πολιτιστικού θα βοηθήσει.

Ακολουθούν διασωθείσες  Φωτογραφίες του  Ιωάννη Μαργαρίτη (Μπαρμπούνη).












Το χωριό μας το 1974